Αδυναμίες εξακολουθεί να εμφανίζει η ελληνική αγορά εργασίας, παρά τη συνολική αποκλιμάκωση της ανεργίας το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η ανεργία παραμένει ιδιαίτερα υψηλή στους νέους και στις γυναίκες, περισσότεροι από τους μισούς ανέργους αναζητούν εργασία για τουλάχιστον έναν χρόνο, ενώ μεγάλες είναι και οι αποκλίσεις μεταξύ των Περιφερειών.
Δύσκολη παραμένει η κατάσταση για τους νεότερους. Στις ηλικίες 15-19 ετών το ποσοστό ανεργίας φθάνει το 25,5%, ενώ στους νέους 20-24 ετών διαμορφώνεται στο 17,4% και στις ηλικίες 25-29 ετών στο 13%. Την ίδια στιγμή, αισθητή παραμένει η απόσταση μεταξύ των δύο φύλων, καθώς η ανεργία στις γυναίκες ανέρχεται στο 10,6%, έναντι 5,7% στους άνδρες.
Έντονες είναι και οι περιφερειακές ανισότητες. Τα Ιόνια Νησιά καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στη χώρα, στο 13,4%, και ακολουθούν η Δυτική Μακεδονία με 12,7% και η Δυτική Ελλάδα με 12,4%. Στην Ήπειρο το ποσοστό φθάνει το 10,6% και στην Κεντρική Μακεδονία το 9,4%. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη ανεργία καταγράφεται στην Κρήτη, στο 4,5%, ενώ στο Βόρειο Αιγαίο βρίσκεται στο 5,4% και στην Αττική στο 6,6%.
Ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» παραμένει η μακροχρόνια ανεργία. Από τους περίπου 379.700 ανέργους, οι 201.400 ή το 53,1% βρίσκονται σε αναζήτηση εργασίας για ένα έτος ή περισσότερο. Ακόμη πιο ενδεικτικό της δυσκολίας επανένταξης στην αγορά εργασίας είναι ότι 92.600 άνεργοι, ποσοστό 24,4% του συνόλου, παραμένουν χωρίς δουλειά για τέσσερα χρόνια ή περισσότερο.
Επιδόματα
Περιορισμένη εμφανίζεται παράλληλα η κάλυψη των ανέργων από επιδόματα. Μόλις το 12,1% δηλώνει ότι είναι εγγεγραμμένο στη ΔΥΠΑ και λαμβάνει επίδομα ή βοήθημα, ενώ το 61,7% είναι εγγεγραμμένο χωρίς να λαμβάνει αντίστοιχη παροχή. Επιπλέον, το 25,1% των ανέργων δηλώνει ότι δεν είναι εγγεγραμμένο στη ΔΥΠΑ.
Πιέσεις αποτυπώνονται και στα χαρακτηριστικά της απασχόλησης. Το 17,4% των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάστηκε 48 ώρες ή περισσότερο την εβδομάδα αναφοράς, ενώ το 5,7% θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες. Οι υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι θα ήθελαν περισσότερη εργασία και θα μπορούσαν να την αναλάβουν μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, αντιστοιχούν στο 1,8% των απασχολουμένων.
Αξιοσημείωτη είναι και η μεγάλη αύξηση της προσωρινής εργασίας. Οι προσωρινά εργαζόμενοι έφθασαν τους 358.900 το δεύτερο τρίμηνο, αυξημένοι κατά 59,4% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2026 και κατά 3,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η προσωρινή εργασία αντιστοιχεί πλέον στο 11,2% των μισθωτών. Την ίδια περίοδο, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ανήλθαν σε 226.900, αποτελώντας το 5,1% του συνόλου των απασχολουμένων.
Αρνητικές μεταβολές εμφανίζονται και σε επιμέρους κατηγορίες εργαζομένων. Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 4,2% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, ενώ οι ειδικευμένοι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, δασοκόμοι και αλιείς υποχώρησαν κατά 6,1%. Αντίθετα, οι ανειδίκευτοι εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες αυξήθηκαν κατά 8,2% σε ετήσια βάση.
Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει, μάλιστα, μια ευρύτερη πτωτική τάση στην απασχόληση στη γεωργία, τη δασοκομία, την κτηνοτροφία και την αλιεία από το 2014, η οποία εντείνεται από το 2024 και μετά.
Παρά τις παραπάνω αρνητικές πτυχές, οι βασικοί δείκτες της αγοράς εργασίας εμφανίζουν συνολικά βελτίωση. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 10,6% το πρώτο τρίμηνο και 8,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2025. Ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε σε 379.670 άτομα, σημειώνοντας μείωση 25,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 7,8% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Τέλος, οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.414.364 άτομα, αυξημένοι κατά 3,3% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026 και κατά 0,6% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
































