Η προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά κρατικών ομολόγων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα της συνεχούς διόγκωσης του χρέους, προειδοποιεί η JPMorgan.
Σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα, η στρατηγική του υπουργείου Οικονομικών θυμίζει «πληρωμή του στεγαστικού δανείου με πιστωτική κάρτα», καθώς η μεταφορά του δανεισμού προς βραχυπρόθεσμες λήξεις μπορεί να λειτουργήσει για ένα διάστημα, αλλά δεν εξαφανίζει τις υποχρεώσεις και ενδέχεται τελικά να καταστήσει περισσότερο εμφανή την αναντιστοιχία στη χρηματοδότηση.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι από τις 9 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Νοεμβρίου θα διπλασιάσει τουλάχιστον το μέγεθος των επαναγορών κρατικού χρέους. Στην πράξη, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επαναγοράζει τίτλους μεγαλύτερης διάρκειας, ενώ παράλληλα αυξάνει τη χρηματοδότηση μέσω βραχυπρόθεσμων εντόκων γραμματίων.
Προσωρινή λύση χωρίς αντιμετώπιση του χρέους
Η κίνηση μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση του κόστους δανεισμού και της ρευστότητας της αγοράς βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, κατά την JPMorgan, δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα, καθώς ο τεράστιος όγκος κρατικού και εταιρικού χρέους θα πρέπει τελικά να απορροφηθεί από τους επενδυτές.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος προσεγγίζει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ το συνολικό χρέος των κυβερνήσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες υπολογίζεται σε περίπου 76 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καταφεύγουν με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς στις αγορές ομολόγων για την άντληση νέων κεφαλαίων.
Μειώνεται η ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα
Η μεγάλη αύξηση της προσφοράς χρέους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς υποχωρεί η ζήτηση από ορισμένους παραδοσιακούς αγοραστές αμερικανικών κρατικών τίτλων. Οι τοποθετήσεις της Κίνας σε αμερικανικά ομόλογα έχουν υποχωρήσει σε χαμηλό 18 ετών, ενώ οι τίτλοι που διακρατούνται στις ΗΠΑ για λογαριασμό ξένων κυβερνήσεων βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 14 ετών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αγορά ενδέχεται να απαιτήσει υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να απορροφήσει τον αυξανόμενο όγκο νέων εκδόσεων. Όσο μεγαλώνει η προσφορά χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της ζήτησης, τόσο αυξάνεται η πίεση προς υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Σημαντική είναι και η αύξηση του εταιρικού χρέους. Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, οι τεράστιες επενδύσεις σε data centers, η επιστροφή παραγωγικών δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ και οι δαπάνες που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια δημιουργούν αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης. Οι μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου της AI έχουν εκδώσει χρέος περίπου 200 δισ. δολαρίων από την αρχή του έτους, ποσό αυξημένο κατά 80% σε ετήσια βάση.
Η άνοδος των αποδόσεων πιέζει και τη Wall Street
Οι εξελίξεις στην αγορά ομολόγων επηρεάζουν άμεσα και τη Wall Street. Καθώς οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων αυξάνονται, τα ομόλογα γίνονται περισσότερο ανταγωνιστικά απέναντι στις μετοχές, ιδιαίτερα σε μία περίοδο υψηλών χρηματιστηριακών αποτιμήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία της JPMorgan, οι αποδόσεις των ομολόγων βρίσκονται πλέον υψηλότερα από την απόδοση κερδών του S&P 500, γεγονός που καθιστά πιο σύνθετη την κατανομή κεφαλαίων μεταξύ μετοχών και σταθερού εισοδήματος.





























