Στα 6,1 δισ. ευρώ περίπου ανέρχονται οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026. Το ποσό είναι μεγάλο και εύλογα τραβά την προσοχή. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των στοιχείων, ωστόσο, δείχνει ότι η εικόνα του χρέους είναι πιο σύνθετη και λιγότερο πιεστική από όσο μπορεί να υποδηλώνει από μόνος του ο αριθμός. Στο τέλος Ιουνίου, τα μακροπρόθεσμα δάνεια του Ομίλου ανέρχονταν σε 5,939 δισ. ευρώ και ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός σε περίπου 76,2 εκατ. ευρώ. Μαζί με τις υποχρεώσεις από μισθώσεις που συνυπολογίζονται στο προσαρμοσμένο καθαρό χρέος, οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις βρίσκονται κοντά στα 6,1 δισ. ευρώ.
Το βασικό στοιχείο, όμως, βρίσκεται στη σύνθεση αυτού του χρέους. Ένα μεγάλο μέρος του δεν αποτελεί δανεισμό που βαραίνει άμεσα τη μητρική ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αλλά αφορά χρηματοδοτήσεις Project Finance εταιρειών παραχώρησης και υποδομών. Με απλά λόγια, πρόκειται για δάνεια που έχουν ληφθεί για συγκεκριμένα έργα και εξυπηρετούνται από τα έσοδα και τις ταμειακές ροές που παράγουν τα ίδια τα έργα, χωρίς αναγωγή στη μητρική εταιρεία. Μάλιστα, περισσότερο από το 85% του σχετικού Project Finance αφορά τις εταιρείες παραχώρησης της Νέας Αττικής Οδού και της Νέας Εγνατίας Οδού. Πρόκειται, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό για χρέος «δεμένο» με δύο μεγάλες παραχωρήσεις και με τις ταμειακές ροές που αναμένεται να παράγουν σε βάθος χρόνου.
Λόγω των λογιστικών κανόνων, οι χρηματοδοτήσεις αυτές εμφανίζονται κανονικά στον ενοποιημένο ισολογισμό του Ομίλου. Έτσι, ο συνολικός αριθμός του χρέους είναι υψηλός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύνολο των 6,1 δισ. ευρώ αποτελεί άμεση υποχρέωση της μητρικής.
Η «δεύτερη ανάγνωση» του χρέους
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο καθαρή εάν συνυπολογιστούν τα περίπου 659 εκατ. ευρώ που άντλησε η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ από τη διάθεση 15,5 εκατ. νέων μετοχών. Σε pro forma βάση, το προσαρμοσμένο καθαρό χρέος διαμορφώνεται σε 3,82 δισ. ευρώ, έναντι 4,30 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα εάν από την εξίσωση αφαιρεθεί το Project Finance χωρίς αναγωγή στη μητρική. Σε αυτή την περίπτωση, ο Όμιλος περνά από καθαρό δανεισμό 211 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2025 σε pro forma καθαρή ταμειακή θέση 280 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια διαφορετική ανάγνωση της μόχλευσης του Ομίλου, καθώς απομονώνει τον δανεισμό των έργων που εξυπηρετείται από τις δικές τους ταμειακές ροές και εστιάζει περισσότερο στη χρηματοοικονομική θέση του Ομίλου εκτός Project Finance. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ενοποιημένος δανεισμός μπορεί να αγνοηθεί. Τα δάνεια των έργων παραμένουν πραγματικές υποχρεώσεις των αντίστοιχων εταιρειών και η ομαλή εξυπηρέτησή τους εξαρτάται από την απόδοση των παραχωρήσεων. Σημαίνει, όμως, ότι τα 6,1 δισ. ευρώ δεν έχουν όλα το ίδιο βάρος και το ίδιο προφίλ κινδύνου για τη μητρική.
Το «μαξιλάρι» των επιτοκίων
Υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο που περιορίζει τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο: η μεγάλη κάλυψη απέναντι στις μεταβολές των επιτοκίων. Σε έναν Όμιλο με δανειακές υποχρεώσεις άνω των 6 δισ. ευρώ, μια άνοδος του κόστους χρήματος θα μπορούσε θεωρητικά να ανεβάσει σημαντικά τον λογαριασμό των τόκων. Στην περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, όμως, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της έκθεσης έχει αντισταθμιστεί. Στις 30 Ιουνίου 2026, το 21,6% του συνολικού δανεισμού ήταν σταθερού επιτοκίου, ενώ ένα επιπλέον 71,8% ήταν κυμαινόμενου επιτοκίου αλλά καλυμμένο μέσω συμβάσεων αντιστάθμισης. Μόνο το 6,6% παρέμενε σε κυμαινόμενο επιτόκιο συνδεδεμένο με το Euribor χωρίς την αναφερόμενη κάλυψη. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι περίπου το 93,4% του συνολικού δανεισμού είναι είτε σε σταθερό επιτόκιο είτε αντισταθμισμένο απέναντι στις διακυμάνσεις των επιτοκίων. Για τον σκοπό αυτό, ο Όμιλος έχει χρησιμοποιήσει συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων συνολικής ονομαστικής αξίας 4,324 δισ. ευρώ. Αυτό λειτουργεί ως ένα σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε μια νέα άνοδο του Euribor. Εάν τα επιτόκια κινηθούν υψηλότερα, η επιβάρυνση δεν περνά αυτομάτως στο σύνολο των 6,1 δισ. ευρώ. Το μέρος του δανεισμού που παραμένει άμεσα εκτεθειμένο στις μεταβολές του Euribor είναι πολύ μικρότερο. Η προστασία αυτή, βέβαια, δεν κάνει το χρέος ανέξοδο. Το μέσο επιτόκιο του Ομίλου διαμορφώθηκε στο 3,8% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, από 3,6% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Οι δε τόκοι των μακροπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων αυξήθηκαν στα 137,4 εκατ. ευρώ, από 98,8 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Η διαιτησία για το City of Dreams
Για τις 4 Οκτωβρίου 2027 μετατίθεται η κρίσιμη διαιτητική διαδικασία μεταξύ της κοινοπραξίας J&P AVAX – TERNA J.V. – Mediterranean City of Dreams και της ICR Cyprus Resort Development, με αντικείμενο οικονομικές αξιώσεις που συνδέονται με την κατασκευή του City of Dreams Mediterranean στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η κοινοπραξία, που είχε αναλάβει την κατασκευή του συγκροτήματος, έχει προσφύγει κατά της ICR μέσω του London Court of International Arbitration (LCIA), διεκδικώντας αποζημιώσεις για ζημιές, καθυστερήσεις και πρόσθετα κόστη. Οι αξιώσεις συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ελλιπή σχεδιασμό και πολυάριθμες αλλαγές κατά την κατασκευή, καθώς και με ανατιμήσεις υλικών λόγω της ενεργειακής κρίσης, της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία. Το ποσοτικοποιημένο μέρος των απαιτήσεων της κοινοπραξίας ανέρχεται σε 56 εκατ. ευρώ, ενώ υπάρχουν πρόσθετες αξιώσεις που δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί.
Από την πλευρά της, η ICR κατέθεσε τον Αύγουστο του 2025 ανταγωγή ύψους περίπου 52 εκατ. ευρώ. Στο ποσό περιλαμβάνονται 31,5 εκατ. ευρώ που έχουν ήδη καταβληθεί από την κοινοπραξία, με ρητή επιφύλαξη, προκειμένου να αποφευχθεί κατάπτωση εγγυητικών επιστολών. Η διοίκηση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η οποία συμμετέχει με 40% στην κοινοπραξία, εκτιμά ότι είναι ιδιαιτέρως πιθανό να ευδοκιμήσει η πλειονότητα των αξιώσεων της κοινοπραξίας και δεν αναμένει αρνητική επίπτωση στη χρηματοοικονομική θέση, στα αποτελέσματα ή στις ταμειακές ροές του Ομίλου.
Η Qualco και οι καθυστερήσεις πληρωμών
Στις καθυστερήσεις πληρωμών από πελάτες αποδίδει, μεταξύ άλλων, η Qualco την πίεση που δέχθηκαν οι ταμειακές ροές της κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς έργα που είχαν ήδη ολοκληρωθεί έως το τέλος Ιουνίου παρέμεναν ανεξόφλητα. Η εξέλιξη αποτυπώθηκε στην ταμειακή θέση του ομίλου, με τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα να διαμορφώνονται στα 21 εκατ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026, έναντι 55,1 εκατ. ευρώ στην αρχή του έτους. Η υποχώρηση κατά 34,1 εκατ. ευρώ, πάντως, δεν συνδέεται στο σύνολό της με τη λειτουργική δραστηριότητα. Οι λειτουργικές ταμειακές ροές ήταν αρνητικές κατά 2,8 εκατ. ευρώ, ενώ οι ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης απορρόφησαν περίπου 14 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης των διαθεσίμων συνδέεται, ωστόσο, με επενδυτικές και χρηματοδοτικές κινήσεις. Ειδικότερα, 15,7 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε κεφαλαιοποιημένη ανάπτυξη, εξαγορές και συγγενείς εταιρείες, ενώ ακόμη 15,6 εκατ. ευρώ αφορούσαν χρηματοδοτικές δραστηριότητες. Στο τελευταίο ποσό περιλαμβάνονται αποπληρωμές δανείων, μισθώσεις και τόκοι, καθώς και μερίσματα ύψους 4,4 εκατ. ευρώ προς μετόχους μειοψηφίας θυγατρικών.
Στην εξαμηνιαία χρηματοοικονομική έκθεση, η διοίκηση της Qualco αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «μέρος του έργου που ολοκληρώσαμε εντός του εξαμήνου δεν έχει ακόμη εξοφληθεί», στρέφοντας παράλληλα την προσοχή στους διαφορετικούς χρόνους πληρωμής ανά αγορά. Αναφορά γίνεται στον ελληνικό δημόσιο τομέα, ο οποίος, σύμφωνα με την εταιρεία, εξοφλεί τις υποχρεώσεις του με αργούς ρυθμούς. Η Qualco σημειώνει ότι πρόκειται για πρακτική την οποία γνωρίζει από την 25ετή συνεργασία της με το Δημόσιο και την οποία έχει ήδη συνυπολογίσει στην τιμολογιακή πολιτική της. Παρόμοια εικόνα καταγράφεται στη Μέση Ανατολή, όπου οι πελάτες εμφανίζουν επίσης μεγαλύτερους χρόνους εξόφλησης. Η εταιρεία επισημαίνει, ωστόσο, ότι αποδέχεται τις καθυστερήσεις αυτές ως αντιστάθμισμα για τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους που προσφέρει η συγκεκριμένη αγορά.
Viva Factoring - Viva Leasing
Σε νέα διεύρυνση του Ομίλου της Vivabank προχώρησε χθες ο Χάρης Καρώνης, με τη σύσταση δύο νέων εταιρειών στους τομείς του factoring και των χρηματοδοτικών μισθώσεων, μόλις 48 ώρες μετά την ίδρυση της Viva Fiscal, η οποία θα δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών πιστοποιημένου παρόχου για την ηλεκτρονική έκδοση φορολογικών στοιχείων. Η πρώτη εταιρεία είναι η Viva Factoring που συστάθηκε με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 4,5 εκατ. ευρώ. Αποκλειστικό αντικείμενό της είναι η άσκηση κάθε μορφής πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, δηλαδή δραστηριότητες factoring και forfaiting, στο πλαίσιο του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Στους σκοπούς της περιλαμβάνονται επίσης η συμμετοχή σε ομοειδείς επιχειρήσεις και η πραγματοποίηση συναφών πράξεων που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Η δεύτερη εταιρεία που συστάθηκε χθες είναι η Viva Leasing που ξεκινά με μετοχικό κεφάλαιο, ύψους 9 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με το καταστατικό της, στους σκοπούς της περιλαμβάνονται οι χρηματοδοτικές μισθώσεις, το operating leasing, καθώς και κάθε είδους εμπορικές και αστικές μισθώσεις. Το αντικείμενο επεκτείνεται στην απόκτηση και εκμετάλλευση οχημάτων, κινητών πραγμάτων, ακινήτων και άλλων αγαθών, με δυνατότητα διάθεσής τους μέσω χρηματοδοτικής, λειτουργικής ή μακροχρόνιας μίσθωσης. Το μετοχικό κεφάλαιο των δύο νέων εταιρειών, συνολικού ύψους 13,5 εκατ. ευρώ, καταβλήθηκε από τη Vivabank.
Η Neurosoft
Διαψεύδει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο απόσχισης του κλάδου Cyber Security Operations και τη δημιουργία αυτόνομης εταιρικής οντότητας η διοίκηση της Neurosoft. Το Dnews.gr απευθύνθηκε για το θέμα στον Νώντα Πασχαλίδη, Διευθύνοντα Σύμβουλο της τεχνολογικής εταιρείας, τον οποίο κάλεσε να σχολιάσει σχετικές πληροφορίες. Ο κ. Πασχαλίδης διέψευσε τις αναφορές αυτές και ξεκαθάρισε πως δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει σχετική συζήτηση χωρίς πρότερη ενημέρωση και έγκριση της Allwyn, βασικού μετόχου της Neurosoft. Να σημειωθεί πως το 2025 οι πωλήσεις του Cyber Security Operations της Neurosoft διαμορφώθηκαν σε 9,998 εκατ. ευρώ, έναντι 8,523 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση περίπου 17,3% σε ετήσια βάση. Με τον συνολικό κύκλο εργασιών της Neurosoft να ανέρχεται σε 34,735 εκατ. ευρώ το 2025, η κυβερνοασφάλεια αντιπροσώπευσε περίπου το 28,8% των εσόδων του ομίλου. Με άλλα λόγια, σχεδόν τρία στα δέκα ευρώ του τζίρου της εταιρείας προήλθαν πλέον από το Cyber Security Operations. Θετική ήταν η εικόνα του κλάδου της κυβερνοασφάλειας και σε επίπεδο κερδοφορίας. Το Cyber Security Operations εμφάνισε το 2025 μικτό κέρδος 3,168 εκατ. ευρώ και λειτουργικά κέρδη 1,490 εκατ. ευρώ. Τα μεγέθη αυτά μεταφράζονται σε μικτό περιθώριο περίπου 31,7% και λειτουργικό περιθώριο 14,9%. Οι επιδόσεις αυτές έχουν πρόσθετη βαρύτητα, καθώς καταγράφηκαν σε μια χρονιά κατά την οποία τα συνολικά έσοδα και τα κέρδη της Neurosoft κινήθηκαν πτωτικά. Ο κύκλος εργασιών υποχώρησε από 37,905 εκατ. ευρώ το 2024 σε 34,735 εκατ. ευρώ το 2025 και τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν στα 1,19 εκατ. ευρώ, από 1,68 εκατ. ευρώ το 2024, δηλαδή μειώθηκαν κατά περίπου 29,2% ή κατά περίπου 490 χιλ. ευρώ.
Η ΑΓΕΤ Ηρακλής
Βελτίωση μεγεθών κατέγραψε η ΑΓΕΤ Ηρακλής το 2025, με τον κύκλο εργασιών να ενισχύεται κατά 5,4% και να διαμορφώνεται στα 321,03 εκατ. ευρώ, από 304,54 εκατ. ευρώ το 2024. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος των EBITDA, τα οποία αυξήθηκαν κατά 32,36%, φθάνοντας τα 38,22 εκατ. ευρώ, έναντι 28,88 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν στα 67,09 εκατ. ευρώ από 53,63 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη εκμετάλλευσης ανήλθαν σε 26,68 εκατ. ευρώ, έναντι 18,51 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 24,45 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο από τα 23,13 εκατ. ευρώ του 2024. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 17,62 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 17,57 εκατ. ευρώ το 2024. Η Ελλάδα ήταν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης για την Ηρακλής το 2025. Οι όγκοι εγχώριων πωλήσεων τσιμέντου αυξήθηκαν κατά 9%, ενώ παράλληλα οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 4%. Στον αντίποδα, το εξωτερικό κινήθηκε έντονα πτωτικά. Οι όγκοι εξαγωγών τσιμέντου μειώθηκαν κατά 33%, παρότι οι τιμές εξαγωγών αυξήθηκαν κατά 11%.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επενδυτική δραστηριότητα της τσιμεντοβιομηχανίας. Οι επενδύσεις σε ενσώματες και ασώματες ακινητοποιήσεις υπερδιπλασιάστηκαν, σημειώνοντας αύξηση 114,2% στα 51,29 εκατ. ευρώ, από 23,94 εκατ. ευρώ το 2024, αποτυπώνοντας την επιτάχυνση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρείας. Ο τραπεζικός δανεισμός στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε σε 63 εκατ. ευρώ, από 53 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 18,9%. Τα ταμειακά διαθέσιμα ανήλθαν σε 49,66 εκατ. ευρώ, έναντι 52,58 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Η καθαρή θέση της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 307,45 εκατ. ευρώ, έναντι 307,07 εκατ. ευρώ το 2024.
Το κρίσιμο εφετείο του Δεκεμβρίου
Κομβικός αναδεικνύεται ο προσεχής Δεκέμβριος για την ΑΓΕΤ Ηρακλής, καθώς στις 16 Δεκεμβρίου 2026 έχει προσδιοριστεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών η συζήτηση των εφέσεων της που αφορούν μια φορολογική διαφορά με ιστορία άνω των δύο δεκαετιών και συνολικό ύψος προσαυξήσεων 21,749 εκατ. ευρώ. Η έκβαση της υπόθεσης έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία, καθώς η εταιρεία έχει ήδη σχηματίσει πρόβλεψη 13,464 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον 8,285 εκατ. ευρώ παραμένουν καταγεγραμμένα ως ενδεχόμενη υποχρέωση.
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στον φορολογικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε το 2001 στην Τσιμέντα Χαλκίδος και αφορούσε στις χρήσεις 1994-1996. Από τον έλεγχο είχε καταλογιστεί στην Τσιμέντα Χαλκίδος ποσό 10,353 εκατ. ευρώ. Επειδή είχε προηγηθεί το 2000 η συγχώνευση της ΑΓΕΤ Ηρακλής με τον όμιλο Τσιμέντων Χαλκίδος, η Ηρακλής βρέθηκε υπόχρεη για τον συγκεκριμένο φόρο και προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Κεντρικό επιχείρημα της εταιρείας ήταν ότι οι οφειλές του ομίλου Τσιμέντων Χαλκίδος είχαν ήδη οριστικοποιηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας με τους πιστωτές, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο, βάσει του άρθρου 44 του Ν. 1892/1990. Σε πρώτο βαθμό δικαιώθηκε το Δημόσιο, ωστόσο η εικόνα αντιστράφηκε στο Εφετείο, το οποίο τον Νοέμβριο του 2009 δικαίωσε την ΑΓΕΤ Ηρακλής. Κατόπιν εκείνης της απόφασης, ποσό 10,379 εκατ. ευρώ επεστράφη στην εταιρεία μέσω συμψηφισμού με φορολογικές υποχρεώσεις της. Η ΑΓΕΤ Ηρακλής, πάντως, είχε διατηρήσει σχετική πρόβλεψη εν αναμονή της τελεσιδικίας. Η μακρά δικαστική διαδρομή πήρε νέα τροπή τον Νοέμβριο του 2021. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αμετάκλητα ότι το παραπάνω ποσό έπρεπε να επιστραφεί από την ΑΓΕΤ Ηρακλής στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τον Ιούνιο του 2022 η φορολογική διοίκηση βεβαίωσε την καταβολή του. Ωστόσο, το νέο και οικονομικά βαρύτερο μέτωπο άνοιξε στη συνέχεια, όταν η φορολογική διοίκηση καταλόγισε στην εταιρεία προσαυξήσεις 21,749 εκατ. ευρώ, υπολογίζοντάς τες με αφετηρία το 2001, όταν είχε πραγματοποιηθεί η αρχική ταμειακή βεβαίωση. Η ΑΓΕΤ Ηρακλής αμφισβήτησε τον καταλογισμό, καταθέτοντας αιτήσεις αναστολής και ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ανακοπή συζητήθηκε τον Απρίλιο του 2024 και με την απόφαση 14150/9.12.2024 το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε εν μέρει δεκτές τις θέσεις της εταιρείας. Ακολούθησε αυτεπάγγελτη διόρθωση λεκτικών λαθών με την απόφαση 784/2025. Η δικαστική αντιπαράθεση, όμως, δεν έκλεισε εκεί: η ΑΓΕΤ Ηρακλής άσκησε έφεση για το σκέλος στο οποίο δεν έγινε δεκτή η ανακοπή της, ενώ και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση για το μέρος της απόφασης που δικαίωσε την εταιρεία. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Δεκέμβριος καθίσταται κρίσιμος. Στις 16 Δεκεμβρίου 2026 οι δύο αντίθετες εφέσεις θα βρεθούν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η Veraltis Asset Management
Σε κερδοφόρα τροχιά επέστρεψε το 2025 η Veraltis Asset Management, παρά τη σημαντική κάμψη των εσόδων της, με τη βελτίωση της εικόνας της να στηρίζεται κυρίως στη δραστική μείωση του λειτουργικού κόστους και στην ενίσχυση της χρηματοοικονομικής της θέσης. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, τα συνολικά λειτουργικά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 10,58 εκατ. ευρώ, έναντι 16,53 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας πτώση περίπου 36%. Ο βασικός όγκος των εσόδων προήλθε από τη διαχείριση απαιτήσεων των χαρτοφυλακίων Venus και Zenith, δραστηριότητα που απέφερε περίπου 9 εκατ. ευρώ. Επιπλέον 1,5 εκατ. ευρώ προήλθαν από την παροχή διοικητικών και άλλων υπηρεσιών σε εταιρείες του ομίλου στη Γαλλία, την Κύπρο, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία, τη Σερβία και την Ιταλία. Παρά την πτώση του τζίρου η Veraltis εμφάνισε λειτουργικά κέρδη 2,02 εκατ. ευρώ, έναντι λειτουργικών ζημιών 3,07 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα κέρδη μετά φόρων ανήλθαν σε 1,996 εκατ. ευρώ, έναντι ζημιών 3,11 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Κλειδί για την επιστροφή στην κερδοφορία αποτέλεσε η σημαντική αποκλιμάκωση των δαπανών. Το εξωτερικό κόστος παρεχόμενων υπηρεσιών μειώθηκε στα 6,07 εκατ. ευρώ από 9,66 εκατ. ευρώ, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση του κόστους προσωπικού, το οποίο περιορίστηκε σε 1,19 εκατ. ευρώ από 8,52 εκατ. ευρώ. Στις εξωτερικές υπηρεσίες, τη μεγαλύτερη δαπάνη αποτέλεσαν οι αμοιβές δικαστηρίων, δικαστικών επιμελητών και δικηγόρων για υπηρεσίες εισπράξεων, οι οποίες ανήλθαν σε 4,29 εκατ. ευρώ. Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα υπερτετραπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 3,26 εκατ. ευρώ από 755.000 ευρώ στο τέλος του 2024, ενώ οι εμπορικές και λοιπές απαιτήσεις περιορίστηκαν στα 4,39 εκατ. ευρώ από 7,11 εκατ. ευρώ. Η αλλαγή είναι ακόμη πιο έντονη σε επίπεδο κεφαλαιακής θέσης, καθώς η Veraltis ολοκλήρωσε το 2025 με θετικά ίδια κεφάλαια 5,21 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικών ιδίων κεφαλαίων 274.000 ευρώ στο τέλος της προηγούμενης χρήσης.
Η Bold Ogilvy
Αύξηση κύκλου εργασιών και κερδοφορίας κατέγραψε το 2025 η διαφημιστική εταιρεία Bold Ogilvy Α.Ε. Επικοινωνίας. Ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 155,4 εκατ. ευρώ, από 137,75 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 12,8%. Το μικτό αποτέλεσμα ανήλθε σε 31,13 εκατ. ευρώ, έναντι 29,19 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Τα αποτελέσματα προ τόκων και φόρων ανήλθαν σε 1,91 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 1,28 εκατ. ευρώ, από 532 χιλ. ευρώ το 2024. Τα κέρδη μετά από φόρους έφθασαν τις 998,3 χιλ. ευρώ, έναντι 312,8 χιλ. ευρώ. Σε επίπεδο εξόδων, τα έξοδα διοίκησης αυξήθηκαν σε 15,14 εκατ. ευρώ, από 13,21 εκατ. ευρώ, ενώ τα έξοδα διάθεσης μειώθηκαν σε 14,90 εκατ. ευρώ, από 15,85 εκατ. ευρώ. Οι χρεωστικοί τόκοι και τα συναφή χρηματοοικονομικά έξοδα ανήλθαν σε 817 χιλ. ευρώ, έναντι 729 χιλ. ευρώ το 2024. Τα τραπεζικά δάνεια του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 3,93 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 3,44 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ οι μακροπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις ανήλθαν σε 200 χιλ. ευρώ. Τέλος, τα ίδια κεφάλαια του ομίλου αυξήθηκαν σε 4,64 εκατ. ευρώ, από 4,26 εκατ. ευρώ το 2024.
Η Colgate-Palmolive Hellas
Μικρή αύξηση πωλήσεων, αλλά και υποχώρηση κερδοφορίας, κατέγραψε το 2025 η Colgate-Palmolive Hellas. Ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 23,27 εκατ. ευρώ, έναντι 22,93 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας άνοδο 1,49%. Το μικτό αποτέλεσμα ενισχύθηκε κατά 1,35%, στα 6,68 εκατ. ευρώ, με το σχετικό περιθώριο να παραμένει ουσιαστικά σταθερό στο 28,72%. Τα αποτελέσματα προ τόκων και φόρων υποχώρησαν στα 5,07 εκατ. ευρώ από 5,14 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν κατά 3,12%, στα 5,16 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 4,15 εκατ. ευρώ, έναντι 4,42 εκατ. ευρώ το 2024. Τα έξοδα διοίκησης αυξήθηκαν στα 2,82 εκατ. ευρώ και τα έξοδα διάθεσης στις 644,9 χιλ. ευρώ. Στο τέλος του 2025, η καθαρή θέση της Colgate-Palmolive Hellas ανήλθε σε 39,71 εκατ. ευρώ, από 39,06 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις αυξήθηκαν σε 4,92 εκατ. ευρώ από 3,69 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία πραγματοποίησε παράλληλα επενδύσεις άνω των 6,1 εκατ. ευρώ για εκσυγχρονισμό μηχανολογικού εξοπλισμού, βελτιώσεις στη μονάδα πλαστικών και κτιριακές εγκαταστάσεις. Για τη χρήση του 2025 η Colgate-Palmolive Hellas θα διανείμει στη μέτοχό της μέρισμα ύψους 3,5 εκατ. ευρώ.
































