Για έναν αναγνώστη στην Ελλάδα, τα data centers παρουσιάζονται συνήθως ως επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας που ενισχύουν την ψηφιακή οικονομία και δημιουργούν νέες υποδομές. Δημοσίευμα του WIRED, ωστόσο, καταγράφει μια πολύ διαφορετική εικόνα από τις ΗΠΑ. Εκεί, η ταχύτατη εξάπλωση των κέντρων δεδομένων που υποστηρίζουν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει ένα ισχυρό κύμα κοινωνικών και πολιτικών αντιδράσεων.
Τα data centers δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλά κτίρια στα οποία αποθηκεύονται ψηφιακές πληροφορίες. Για πολλούς Αμερικανούς έχουν γίνει σύμβολα της εξουσίας των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, της υπερκατανάλωσης ενέργειας και νερού, αλλά και της αδιαφάνειας με την οποία σχεδιάζονται μεγάλες επενδύσεις. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η αντίδραση ενώνει ανθρώπους που, υπό κανονικές συνθήκες, βρίσκονται σε αντίθετα πολιτικά στρατόπεδα.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις, κάτοικοι αγροτικών περιοχών, προοδευτικοί επικριτές των πολυεθνικών, συντηρητικοί ψηφοφόροι και θρησκευόμενοι πολέμιοι της τεχνολογίας συναντώνται στην ίδια πλευρά. Τα κίνητρά τους δεν είναι πάντοτε τα ίδια. Άλλοι ανησυχούν για τη χρήση νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, άλλοι για την ιδιωτική περιουσία και τις απαλλοτριώσεις, ενώ ορισμένοι φοβούνται ότι οι νέες εγκαταστάσεις θα χρησιμοποιηθούν για επιτήρηση ή για τη μαζική αντικατάσταση εργαζομένων από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Για δεκαετίες, τα κέντρα δεδομένων κατασκευάζονταν σχετικά αθόρυβα
Για δεκαετίες, τα κέντρα δεδομένων κατασκευάζονταν σχετικά αθόρυβα, κυρίως σε περιοχές με καλές τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις και εύκολη πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια. Υποστήριζαν υπηρεσίες cloud, πλατφόρμες ψυχαγωγίας, ηλεκτρονικές αγορές και τις καθημερινές λειτουργίες του διαδικτύου. Η κατάσταση άλλαξε μετά τη διάδοση των εφαρμογών παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης.
Ο ανταγωνισμός για την ανάπτυξη ισχυρότερων συστημάτων δημιούργησε ανάγκη για πολύ μεγαλύτερες εγκαταστάσεις. Οι εταιρείες άρχισαν να αναζητούν φθηνή γη, διαθέσιμη ενέργεια και επαρκείς υδάτινους πόρους. Η αμερικανική κυβέρνηση διευκόλυνε αυτή την ανάπτυξη, περιορίζοντας περιβαλλοντικούς και διοικητικούς ελέγχους. Όσο όμως αυξανόταν η ταχύτητα των επενδύσεων, τόσο περισσότερες τοπικές κοινωνίες άρχιζαν να ζητούν απαντήσεις.
Τα ερωτήματα θυμίζουν συζητήσεις που αφορούν και την Ελλάδα: Πόσο νερό θα χρειαστεί μια εγκατάσταση για την ψύξη των μηχανημάτων της; Ποιος θα πληρώσει για την επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων; Θα αυξηθούν οι λογαριασμοί των νοικοκυριών; Πόσες από τις θέσεις εργασίας θα παραμείνουν μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής; Και ποια δυνατότητα έχει μια τοπική αρχή να απορρίψει μια μεγάλη επένδυση που υποστηρίζεται από την κεντρική κυβέρνηση;
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, μια μεγάλη εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης εγκατέστησε ενεργειακό εξοπλισμό σε μια φτωχή περιοχή, ήδη επιβαρυμένη από τη βιομηχανική ρύπανση. Η υπόθεση προκάλεσε αντιδράσεις σχετικά με τις άδειες λειτουργίας και τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων. Σε άλλες περιοχές, οι πολίτες φοβούνται ότι η τεράστια κατανάλωση ρεύματος από τα data centers θα επιβαρύνει τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, δημοσιεύματα για την ποσότητα νερού που απαιτεί η λειτουργία εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης έχουν ενισχύσει τη δυσπιστία. Ακόμη και όταν ορισμένοι υπολογισμοί αμφισβητούνται, έχει εδραιωθεί η αντίληψη ότι η ψηφιακή οικονομία δεν είναι άυλη. Πίσω από κάθε διαδικτυακή αναζήτηση ή συνομιλία με ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται κτίρια, καλώδια, μονάδες ψύξης και μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που παρουσιάζεται στο άρθρο, επτά στους δέκα Αμερικανούς θα αντιτάσσονταν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, στην κατασκευή ενός data center κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Σε πολλές πολιτείες έχουν κατατεθεί προτάσεις για προσωρινή διακοπή νέων έργων, ενώ δήμοι και κομητείες υιοθετούν δικούς τους περιορισμούς. Οι αντιδράσεις έχουν οδηγήσει σε επεισοδιακές συνεδριάσεις τοπικών συμβουλίων, απομακρύνσεις διαδηλωτών και έντονες συγκρούσεις.
Έρευνες δείχνουν ότι πολλοί αντίπαλοι των data centers δεν ζουν κοντά σε τέτοιες εγκαταστάσεις. Η στάση τους συνδέεται με μια ευρύτερη καχυποψία απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη και στις εταιρείες που την αναπτύσσουν.
Στη συντηρητική πλευρά, ορισμένοι πολιτικοί και σχολιαστές παρουσιάζουν τα data centers ως απειλή για την ιδιωτική ιδιοκτησία, την ελευθερία και την ανθρώπινη εργασία. Υποστηρίζουν ότι η ανάγκη κατασκευής γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να οδηγήσει σε απαλλοτριώσεις και ότι η συγκέντρωση τεράστιου όγκου δεδομένων ενισχύει τη δυνατότητα παρακολούθησης των πολιτών.
Η σύγκρουση δεν προκαλείται μόνο από το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των έργων. Καθοριστική είναι η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες. Όταν οι κάτοικοι δεν γνωρίζουν ποιος κατασκευάζει μια εγκατάσταση, πόσο μεγάλη θα είναι και τι θα απαιτήσει από τα τοπικά δίκτυα, οι εύλογες ανησυχίες αναμειγνύονται εύκολα με φήμες και θεωρίες συνωμοσίας.
Το βασικό συμπέρασμα που μπορεί να αντλήσει η Ελλάδα από τις ΗΠΑ είναι ότι, χωρίς διαφάνεια και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, μια επένδυση που προβάλλεται ως υποδομή του μέλλοντος μπορεί να γίνει σύμβολο κοινωνικής ανισότητας και πολιτικής επιβολής. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν μια κοινωνία αποδέχεται ή απορρίπτει την τεχνολογία, αλλά ποιος αποφασίζει για την ανάπτυξή της, ποιος ωφελείται και ποιος αναλαμβάνει το κόστος.



























