Μια ενδιαφέρουσα φορολογική υπόθεση σχετικά με τα όρια εφαρμογής της απαλλαγής των φιλοδωρημάτων εξέτασε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), με αφορμή προσφυγή δικηγόρου που ζήτησε να μειωθεί το φορολογητέο εισόδημά του κατά 3.600 ευρώ.
Η υπόθεση αφορά το καθεστώς που προέβλεπε απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για φιλοδωρήματα έως 300 ευρώ τον μήνα. Το συγκεκριμένο πλαίσιο αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον ενόψει της αύξησης του αφορολόγητου ορίου για τα φιλοδωρήματα στα 6.000 ευρώ ετησίως από το φορολογικό έτος 2026.
Σύμφωνα με την απόφαση της ΔΕΔ, με την εκκαθάριση της αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του δικηγόρου είχε προκύψει φόρος προς πληρωμή ύψους 1.196,71 ευρώ. Ο φορολογούμενος κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή, ζητώντας την τροποποίηση της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου.
Στο επίκεντρο της διαφοράς βρέθηκε η απαλλαγή που είχε θεσπιστεί για τα φιλοδωρήματα των μισθωτών. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι κατά τον υπολογισμό του φόρου έπρεπε να ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη διάταξη, γεγονός που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θα οδηγούσε σε μείωση του φορολογητέου εισοδήματός του για το 2024 κατά 3.600 ευρώ.
Ο δικηγόρος αναγνώριζε ότι τα εισοδήματα που αποκτούσε από την εργασία του δεν εντάσσονταν ρητά στην κατηγορία των εισοδημάτων από φιλοδωρήματα. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι επρόκειτο για εισόδημα από μισθωτή εργασία και ότι φορολογούνταν με την ίδια κλίμακα. Κατά συνέπεια, κατά την άποψή του, η μη εφαρμογή της απαλλαγής και στη δική του περίπτωση δημιουργούσε διαφορετική φορολογική μεταχείριση χωρίς εμφανή αιτία.
Τι εξέτασε η εφορία
Η ΔΕΔ εξέτασε το αίτημα με βάση το περιεχόμενο της διάταξης. Το τότε ισχύον καθεστώς προέβλεπε ότι απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος φιλοδωρήματα έως 300 ευρώ μηνιαίως, τα οποία λαμβάνουν μισθωτοί προαιρετικά από πελάτες επιχείρησης έναντι της εξυπηρέτησης που τους παρέχουν. Η απαλλαγή μπορούσε να εφαρμοστεί είτε τα ποσά καταβάλλονταν μέσω της επιχείρησης είτε απευθείας στον εργαζόμενο.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που επικαλείται η απόφαση, η ρύθμιση αφορά προαιρετικά φιλοδωρήματα πελατών προς εργαζομένους που τους εξυπηρετούν. Παράλληλα, από την απαλλαγή εξαιρούνται ποσά που ουσιαστικά αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου.
Στην περίπτωση του προσφεύγοντος, στη φορολογική δήλωση είχε αναγραφεί στον κωδικό 301 ένα ποσό σχεδόν 30.000 ευρώ, προερχόμενο από την εργασία του ως μισθωτού δικηγόρου. Το εισόδημα αυτό φορολογήθηκε με βάση τις διατάξεις που εφαρμόζονται στη μισθωτή εργασία.
Η ΔΕΔ έκρινε, ωστόσο, ότι η φορολόγηση ενός εισοδήματος ως μισθωτής εργασίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο φορολογούμενος δικαιούται κάθε απαλλαγή που προβλέπεται για επιμέρους κατηγορίες εισοδήματος μισθωτών. Στην απόφαση αναφέρεται ότι ο δικηγόρος δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εργαζομένων που λαμβάνουν φιλοδώρημα όπως αυτό προσδιορίζεται από τη συγκεκριμένη ρύθμιση και την αιτιολογική της έκθεση.
Για τον λόγο αυτό κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να τύχει της απαλλαγής.
Ο προσφεύγων είχε θέσει και ζήτημα συνταγματικότητας της διαφορετικής μεταχείρισης. Η ΔΕΔ δεν εξέτασε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό επί της ουσίας, σημειώνοντας ότι η κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των οργάνων της Διοίκησης, τα οποία δεσμεύονται από την αρχή της νομιμότητας.
Τελικά, η ΔΕΔ απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου.






























