Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ ακύρωσε πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς, με την οποία είχε καταλογιστεί σε κληρονόμο συνολική οφειλή 46.026,39 ευρώ, κρίνοντας ότι τα επίμαχα χρηματικά ποσά δεν αποτελούσαν μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς βρίσκονταν σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με τον όρο της αυτοδίκαιης περιέλευσης στους επιζώντες συνδικαιούχους.
Η υπόθεση αφορούσε κληρονομιά με ημερομηνία θανάτου το 2020. Ο κληρονόμος είχε υποβάλει αρχικά δήλωση φόρου κληρονομιάς, δηλώνοντας ως ενεργητικό το ήμισυ των τραπεζικών καταθέσεων της διαθέτιδας και καταβάλλοντας τον φόρο που προέκυπτε.
Στη συνέχεια, έπειτα από αλληλογραφία με την τράπεζα και την προσκόμιση νέων στοιχείων, υποστήριξε ότι οι λογαριασμοί δεν ήταν ατομικοί αλλά κοινοί και ότι τα ποσά είχαν περιέλθει αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους, χωρίς ο ίδιος να αποκτήσει ποτέ την επίμαχη περιουσία.
Κατά την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής, η ΔΕΔ ζήτησε στοιχεία από την τράπεζα, η οποία επιβεβαίωσε ότι οι λογαριασμοί είχαν ανοιχθεί ως κοινοί σύμφωνα με τον ν. 5638/1932 και ότι κατά τον χρόνο θανάτου υπήρχαν υπόλοιπα σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου και προθεσμιακή κατάθεση συνολικού ύψους περίπου 265.600 ευρώ.
Στην απόφασή της, η ΔΕΔ επικαλείται τόσο τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών όσο και την πρόσφατη εγκύκλιο Ε.2015/2026 της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με την οποία τα ποσά που τηρούνται σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με τον σχετικό όρο επιζώντος δεν αποτελούν κληρονομιαία περιουσία και, συνεπώς, δεν υπόκεινται σε φόρο κληρονομιάς, καθώς περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους.
Με βάση τα παραπάνω, η ΔΕΔ έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε τον καταλογισμό, μηδενίζοντας την οφειλή φόρου κληρονομιάς και τον πρόσθετο φόρο που είχαν επιβληθεί.






























