Η Ευρωζώνη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή συσσώρευση προκλήσεων, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στην ενέργεια, ο κατακερματισμός του παγκόσμιου εμπορίου και η μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές αυξάνουν τις πιέσεις στην οικονομική ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά των κρατών-μελών. Αυτό επισημαίνεται στην πρώτη έκδοση της έκθεσης «Παρατηρητήριο Σταθερότητας της Ευρωζώνης» του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).
Σύμφωνα με την ανάλυση, η ανθεκτικότητα που επέδειξε η Ευρωζώνη σε προηγούμενες κρίσεις δεν αποτελεί εγγύηση απέναντι στις νέες απειλές. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη για δημόσια στήριξη ασκούν πιέσεις στη βιωσιμότητα του χρέους, καθιστώντας αναπόφευκτες δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις. Πολλές χώρες καλούνται να προχωρήσουν σε πιο αποφασιστικές δημοσιονομικές προσαρμογές, προκειμένου να διατηρηθεί η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.
Παρά τις προκλήσεις, η Ευρωζώνη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά «όπλα» ανθεκτικότητας, όπως η ιστορικά υψηλή απασχόληση, οι καλά κεφαλαιοποιημένες τράπεζες και οι ισχυροί κοινοί μηχανισμοί στήριξης. Ωστόσο, η έκθεση εντοπίζει τρεις βασικές εστίες ευαλωτότητας.
Η πρώτη αφορά τη σταδιακή συρρίκνωση του δημοσιονομικού χώρου, σε μεγάλο βαθμό λόγω των αυξημένων αναγκών για αμυντικές δαπάνες. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας εκτιμά ότι, εφόσον οι επενδύσεις αυτές αξιοποιηθούν παραγωγικά και στηριχθούν από αποτελεσματικές ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού, μπορούν μακροπρόθεσμα να ενισχύσουν την ανάπτυξη.
Η δεύτερη αφορά τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρωζώνης από τις ενεργειακές προμήθειες, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές αναταράξεις. Ενδεχόμενες διαταραχές στην προσφορά ενέργειας θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές, να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα και να περιορίσουν τις επενδύσεις.
Η τρίτη εστία κινδύνου συνδέεται με τους στενούς χρηματοοικονομικούς δεσμούς της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ευρωπαίοι επενδυτές παραμένουν εκτεθειμένοι σε μια πιθανή ανατιμολόγηση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και των μετοχών, οι αποτιμήσεις των οποίων στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις προσδοκίες για τα κέρδη που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Η έκθεση παρουσιάζει ένα δυσμενές σενάριο, το οποίο προβλέπει την ταυτόχρονη εκδήλωση δύο σημαντικών κινδύνων: την παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση με ενδεχόμενη νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, που θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, και μια απότομη ανατιμολόγηση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα επιδεινώσει τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η συνδυασμένη εκδήλωση των δύο αυτών σοκ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρωζώνη σε ύφεση, να εκτινάξει τον πληθωρισμό κοντά στο 5% και να θέσει τις περισσότερες χώρες σε τροχιά αυξανόμενου δημόσιου χρέους, εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές στη νομισματική ή δημοσιονομική πολιτική. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι επιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να στερήσουν από την Ευρωζώνη περίπου το 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της, απώλεια που αντιστοιχεί στο μέγεθος της οικονομίας της Φινλανδίας. Η ανάλυση καταλήγει ότι οι δημοσιονομικές πιέσεις δεν κατανέμονται πλέον με τον ίδιο τρόπο όπως κατά την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας. Η ενεργειακή εξάρτηση και το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές εμπόριο αποτελούν πλέον τους βασικούς παράγοντες ευπάθειας, καθιστώντας ιδιαίτερα εκτεθειμένες τις μικρές και ανοιχτές οικονομίες.
Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας υπογραμμίζει ότι η αξιοπιστία των κυβερνήσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Τέλος, επισημαίνει την ανάγκη για στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, για αποτελεσματικότερη χρήση των δημόσιων πόρων και για την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου η Ευρωζώνη να παραμείνει ανθεκτική απέναντι στις ολοένα αυξανόμενες εξωτερικές προκλήσεις.
































