Αναθεωρεί την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), εκτιμώντας πλέον ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης θα διαμορφωθεί στο 1,9%, έναντι 2% που προέβλεπε στην έκθεση του Μαρτίου. Παράλληλα, διατηρεί εύρος πρόβλεψης μεταξύ 1,7% και 2,1%, υπογραμμίζοντας ότι η διεθνής αβεβαιότητα εξακολουθεί να επηρεάζει τις οικονομικές προοπτικές.
Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του Ιουνίου, ο επικεφαλής του Γραφείου, Ιωάννης Τσουκαλάς, απέδωσε την αναθεώρηση στις αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές, κυρίως λόγω των εξελίξεων στα Στενά του Ορμούζ, οι οποίες επιτάχυναν τον πληθωρισμό και επιβράδυναν την ανάπτυξη τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς.
Το ΓΠΚΒ εκτιμά πάντως ότι η σημερινή ενεργειακή αναταραχή είναι ηπιότερη σε σχέση με την κρίση του 2021-2022, καθώς η Ευρώπη εμφανίζει πλέον μικρότερη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Με τη σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων, οι προβλέψεις διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει σχετικά γρήγορη ομαλοποίηση των ενεργειακών αγορών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πορεία του πληθωρισμού, ο οποίος τον Μάιο του 2026 ανήλθε στο 4,9%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που διαμορφώθηκε στο 3,2%. Η επίμονη αυτή απόκλιση, σύμφωνα με την έκθεση, υπονομεύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Στα τρόφιμα, πάντως, καταγράφεται σταδιακή αποκλιμάκωση των ανατιμήσεων. Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,6% τον Μάιο, από 4,3% τον Φεβρουάριο, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερος από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρωζώνης, ο οποίος ανήλθε στο 1,9%.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού υπογραμμίζει ότι μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η πλήρης αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η προσέλκυση νέων πηγών χρηματοδότησης για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής καθίστανται κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής δικαιοσύνης, ενίσχυσης του ανταγωνισμού στις αγορές και διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας, στοιχεία που χαρακτηρίζει ως βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.
Στις συστάσεις του περιλαμβάνονται επίσης η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης και η αξιοποίηση του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου για παρεμβάσεις που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας και η παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικού προσανατολισμού.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην έκθεση αποτελεί το στεγαστικό πρόβλημα, με το ΓΠΚΒ να επισημαίνει ότι η κρίση στέγασης δεν οφείλεται μόνο στην περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα, αλλά και στη χαμηλή αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η μειωμένη πραγματική διαθεσιμότητα κατοικιών κατά την περίοδο 2018-2025 συνδέεται με αύξηση των πραγματικών τιμών των ακινήτων έως και κατά 19,1%. Παράλληλα, προβλέπει ότι η σταδιακή επιστροφή των κενών κατοικιών στην αγορά σε βάθος εξαετίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών, με τις πραγματικές τιμές των κατοικιών να υποχωρούν από 15,5% έως και 24,6%, ανάλογα με το σενάριο που θα επικρατήσει.
Για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, το Γραφείο εισηγείται την επιτάχυνση της επίλυσης κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων, τη θέσπιση φορολογικών κινήτρων για μακροχρόνιες μισθώσεις, τη στοχευμένη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές υψηλής πίεσης, καθώς και την ενίσχυση επενδύσεων σε κοινωνική και προσιτή κατοικία μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.






























