Στα 417 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα στο τέλος του 2025, αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος και αντιστοιχώντας στο 168% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό χρέος στην ελληνική οικονομία, που εκπονήθηκε με την υποστήριξη του CEPAL. Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση του συνολικού χρέους, η έκθεση καταγράφει σταδιακή βελτίωση της ποιότητάς του, καθώς μειώνεται το ποσοστό των οφειλών που βρίσκονται σε καθυστέρηση.
Όπως επισημαίνεται, το ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε κυρίως λόγω της ενίσχυσης του ενήμερου τραπεζικού δανεισμού, αλλά και της περαιτέρω συσσώρευσης ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Το ύψος των οφειλών σε καθυστέρηση ανέρχεται σε 237,8 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 57% του συνολικού ιδιωτικού χρέους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους –165,2 δισ. ευρώ ή το 69%– αφορά χρέη προς την ΑΑΔΕ και τον e-ΕΦΚΑ.
Στο τραπεζικό σκέλος, το συνολικό υπόλοιπο των δανείων διαμορφώθηκε στα 251,9 δισ. ευρώ, με την επιχειρηματική πίστη να αποτελεί τον βασικό μοχλό της αύξησης. Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, αντιστοιχώντας περίπου στο 30% του συνόλου των δανείων, αν και η εικόνα εμφανίζεται σταθεροποιημένη. Η έκθεση σημειώνει ότι το 92% των «κόκκινων» δανείων βρίσκεται πλέον στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), γεγονός που αναδεικνύει τον κεντρικό τους ρόλο στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αγορά κατοικίας, όπου, παρά την επιτάχυνση των νέων στεγαστικών εκταμιεύσεων, αυτές εξακολουθούν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών στεγαστικών δανείων παραμένει επίσης υπό τη διαχείριση των servicers. Την ίδια στιγμή, οι πλειστηριασμοί ακινήτων επιβραδύνθηκαν οριακά το πρώτο τρίμηνο του 2026, με μόλις έναν στους επτά προγραμματισμένους πλειστηριασμούς να ολοκληρώνεται επιτυχώς.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων οφειλών, το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Η έκθεση συνδέει την εξέλιξη αυτή με τις επίμονες δυσκολίες στην αποταμίευση των νοικοκυριών, καθώς το ποσοστό αποταμίευσης παραμένει αρνητικό την περίοδο 2023-2025, γεγονός που σημαίνει ότι πολλά νοικοκυριά εξακολουθούν να χρηματοδοτούν την κατανάλωσή τους είτε μέσω δανεισμού είτε μέσω μείωσης της περιουσίας τους. Παράλληλα, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξάνεται σταδιακά, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται κατά περίπου 30% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.































