Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έκρουσε ξανά τον κώδωνα του κινδύνου για το επίμονο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια σε δημοσιονομικό και χρηματοπιστωτικό επίπεδο. Στη νέα έκθεση του για την Ελλάδα, το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η χώρα έχει πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μετά την πανδημία, ωστόσο επισημαίνει πως οι βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν την παραγωγικότητα και να συντηρούν το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Πρώτον, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η παραγωγή ανά εργαζόμενο υπολείπεται σημαντικά των ευρωπαϊκών επιδόσεων, γεγονός που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, η Ελλάδα συνεχίζει να εμφανίζει χαμηλό επίπεδο επενδύσεων. Το ΔΝΤ τονίζει ότι το επενδυτικό κενό παραμένει περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα στους τομείς της τεχνολογίας, της έρευνας, των λογισμικών και των υποδομών.
Τρίτον, το δημογραφικό πρόβλημα εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Ο ενεργός πληθυσμός μειώνεται σταθερά, ενώ η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παραμένει χαμηλή, ειδικά για γυναίκες και νέους. Το Ταμείο εκτιμά ότι η γήρανση του πληθυσμού θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στην ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Τέταρτον, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές γραφειοκρατικές και διοικητικές δυσκολίες. Οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται από πολύπλοκες αδειοδοτήσεις, αργές δικαστικές διαδικασίες και υψηλό ρυθμιστικό κόστος, στοιχεία που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και περιορίζουν την εξωστρέφεια.
Πέμπτον, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί στην ψηφιακή μετάβαση. Οι επενδύσεις σε τεχνολογίες πληροφορικής, λογισμικά, βάσεις δεδομένων και τεχνητή νοημοσύνη παραμένουν χαμηλές, με αποτέλεσμα οι ελληνικές επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να βελτιώσουν τη διεθνή τους θέση.
Έκτον, το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και λειτουργεί ως διαρκής παράγοντας πίεσης για την ανταγωνιστικότητα. Αν και η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει αρχίσει να μειώνει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επηρεάζονται από την ενεργειακή αστάθεια και τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Έβδομον, το Ταμείο θεωρεί ότι η εγχώρια παραγωγική βάση δεν επαρκεί για να καλύψει την αυξημένη ζήτηση της οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, οι εισαγωγές παραμένουν υψηλές και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρείται σε ανησυχητικά επίπεδα, κοντά στο 6% του ΑΕΠ.
Όγδοον, οι αδυναμίες στην αγορά εργασίας εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη. Το ΔΝΤ κάνει λόγο για ελλείψεις δεξιοτήτων, αναντιστοιχίες μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, αλλά και χαμηλή κινητικότητα εργαζομένων προς πιο παραγωγικούς τομείς της οικονομίας.
Ένατον, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρόβλημα χαμηλής καινοτομίας και περιορισμένης ανάπτυξης δυναμικών επιχειρήσεων. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι νεότερες και πιο παραγωγικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αναπτυχθούν λόγω περιορισμένης χρηματοδότησης, υψηλού κόστους κεφαλαίου και εμποδίων στην επιχειρηματικότητα.
Δέκατον, το Ταμείο τονίζει ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί βαθύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενίσχυση της τραπεζικής και ενεργειακής ενοποίησης και η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων θεωρούνται κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε η Ελλάδα να περάσει σε ένα πιο βιώσιμο και εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης.































