Σε ένα ολοένα και πιο πιεστικό περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα εξελίσσονται οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων στην Ελλάδα, με τις καθυστερήσεις πληρωμών να έχουν μετατραπεί σε καθημερινό φαινόμενο και σχεδόν οκτώ στις δέκα πληρωμές τιμολογίων να πραγματοποιούνται εκπρόθεσμα. Την ίδια στιγμή, δύο στις τρεις εμπορικές συναλλαγές πραγματοποιούνται πλέον με πίστωση, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στη ρευστότητα των επιχειρήσεων.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στο Βαρόμετρο Πρακτικών Β2Β Πληρωμών 2026 της Atradius, σύμφωνα με το οποίο ολοένα και λιγότερες επιχειρήσεις καταφέρνουν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους εντός ενός μήνα από την έκδοση του τιμολογίου. Αντίθετα, η πλειονότητα αναγκάζεται να περιμένει περισσότερο από 60 ημέρες για την εξόφληση, ενώ μία στις δύο επιχειρήσεις δηλώνει ότι ο αυξημένος κίνδυνος μη πληρωμής από πελάτες περιορίζει σημαντικά τα διαθέσιμα μετρητά για την κάλυψη των καθημερινών λειτουργικών αναγκών.
Οι συνθήκες στην αγορά επιβαρύνονται περαιτέρω από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την άνοδο του ενεργειακού κόστους, την αύξηση του κόστους παραγωγής και τις συνεχιζόμενες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Παράλληλα, τα υψηλά επιτόκια και η εύθραυστη ζήτηση ασκούν πρόσθετες πιέσεις στην ταχύτητα των πληρωμών, ενισχύοντας τις ανησυχίες για αύξηση των φαινομένων αφερεγγυότητας το επόμενο διάστημα.
Τα στοιχεία της έρευνας, που αφορούν το πρώτο τρίμηνο του 2026 και τις αρχές του δεύτερου, δείχνουν ότι η βασικότερη αιτία καθυστερήσεων στις πληρωμές είναι η περιορισμένη ρευστότητα των επιχειρήσεων, την οποία επικαλείται το 66% των ερωτηθέντων. Ακολουθούν οι καθυστερήσεις στις τραπεζικές συναλλαγές με ποσοστό 26%, ενώ το 12% αποδίδει τις καθυστερήσεις σε εσωτερικές διαδικασίες εγκρίσεων και αντίστοιχο ποσοστό σε προβλήματα που σχετίζονται με πλατφόρμες ηλεκτρονικής τιμολόγησης και πληρωμών.
Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια των εκπρόθεσμων πληρωμών, το 66% των καθυστερήσεων αφορά διάστημα έως 30 ημερών, το 20% κυμαίνεται μεταξύ 31 και 60 ημερών, το 10% μεταξύ 61 και 90 ημερών, ενώ το 4% ξεπερνά τις 90 ημέρες.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία για την έκταση του προβλήματος. Σχεδόν δύο στις δέκα επιχειρήσεις, ποσοστό 19%, δήλωσαν ότι εισέπραξαν εκπρόθεσμα από το 61% έως και το σύνολο των τιμολογίων τους κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο. Το 23% ανέφερε καθυστερήσεις στο 31% έως 60% των τιμολογίων του, ενώ το 36% εισέπραξε εκπρόθεσμα έως και το 30% των απαιτήσεών του. Μόλις το 23% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε καμία περίπτωση εκπρόθεσμης εξόφλησης.
Οι επιπτώσεις στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων είναι ήδη εμφανείς. Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις καταγράφουν συρρίκνωση των περιθωρίων ρευστότητάς τους, μία στις τέσσερις περιορίζει τις επενδυτικές της δραστηριότητες, το 20% αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διαχείριση των ταμειακών ροών, ενώ το 16% δηλώνει ότι οι καθυστερήσεις επηρεάζουν ακόμη και την έγκαιρη εξόφληση των δικών του προμηθευτών.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων, δεν αναμένεται να υποχωρήσει σύντομα. Το 42% θεωρεί ότι ο κίνδυνος αφερεγγυότητας παραμένει ήδη σε υψηλά επίπεδα, το 45% προβλέπει περαιτέρω αύξησή του τους επόμενους μήνες, ενώ το 13% δηλώνει ότι το συναλλακτικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο. Οι προοπτικές για την ελληνική αγορά, όπως καταγράφονται στην έρευνα, παραμένουν δυσμενείς, με τις επιχειρήσεις να βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων, περιορισμένης ρευστότητας και αυξανόμενου πιστωτικού κινδύνου.































