Η γεωπολιτική αβεβαιότητα εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την οικονομία της Ευρωζώνης, με νέα μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) να καταγράφει ότι οι πολεμικές συγκρούσεις, οι κυρώσεις και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν πλέον άμεσες και μετρήσιμες επιπτώσεις στην ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική στην Ευρώπη.
Στην εκτενή έρευνα με τίτλο «Γεωπολιτικός κίνδυνος στην Ευρωζώνη: μέτρηση και μηχανισμοί μετάδοσης» (Geopolitical risk in the euro area: measurement and transmission), οικονομολόγοι της Deutsche Bundesbank και της BIS παρουσιάζουν για πρώτη φορά έναν ειδικά σχεδιασμένο δείκτη γεωπολιτικού κινδύνου για την Ευρωζώνη, βασισμένο αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές ειδησεογραφικές πηγές. Όπως επισημαίνουν, οι περισσότεροι διεθνείς δείκτες που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα αντανακλούν κυρίως την οπτική των Ηνωμένων Πολιτειών και των αγγλόφωνων χωρών, γεγονός που υποτιμά τις πραγματικές επιπτώσεις που έχουν οι γεωπολιτικές κρίσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε το ισχυρότερο γεωπολιτικό σοκ για την Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών, προκαλώντας μόνιμη άνοδο του δείκτη γεωπολιτικού κινδύνου στην Ευρωζώνη από το 2022 και μετά. Σε αντίθεση με τον αγγλοσαξονικό δείκτη, ο οποίος κορυφώθηκε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο ευρωπαϊκός δείκτης κατέγραψε ιστορικό υψηλό με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αποτυπώνοντας την αυξημένη ανησυχία των ευρωπαϊκών κοινωνιών λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και ενεργειακής εξάρτησης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αύξηση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας οδήγησε σε μείωση περίπου 1% της βιομηχανικής παραγωγής της Ευρωζώνης έως τα μέσα του 2022, ενώ παράλληλα ενίσχυσε τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,6%. Οι οικονομολόγοι σημειώνουν ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις λειτουργούν ως σοκ προσφοράς: περιορίζουν την παραγωγή, αυξάνουν το κόστος ενέργειας και πρώτων υλών και οδηγούν σε ανατιμήσεις, γεγονός που τελικά αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η μελέτη εξετάζει εναλλακτικά σενάρια για την πορεία της γεωπολιτικής κρίσης μετά την κλιμάκωση των συγκρούσεων στις αρχές του 2026, όταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν προκάλεσαν νέα άνοδο του δείκτη γεωπολιτικού κινδύνου στην Ευρώπη.
Στο βασικό σενάριο, οι ερευνητές υποθέτουν σταδιακή αποκλιμάκωση της έντασης, με τον δείκτη γεωπολιτικού κινδύνου να υποχωρεί κατά 5% κάθε μήνα από τα επίπεδα του Μαρτίου 2026. Υπό αυτές τις συνθήκες, η βιομηχανική παραγωγή της Ευρωζώνης εμφανίζει ήπια ανάκαμψη έως τον Σεπτέμβριο του 2026, με αύξηση περίπου 0,5%, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει σχετικά σταθερός και τα επιτόκια κινούνται κοντά στα τρέχοντα επίπεδα.
Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η εικόνα αλλάζει δραματικά στα εναλλακτικά σενάρια. Στο δυσμενές σενάριο κλιμάκωσης, ο γεωπολιτικός κίνδυνος παραμένει στα υψηλά επίπεδα του Μαρτίου 2026 για ολόκληρο το επόμενο εξάμηνο. Σε αυτή την περίπτωση, η βιομηχανική παραγωγή της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 0,7% χαμηλότερη σε σχέση με το βασικό σενάριο, ενώ ο πληθωρισμός θα αυξηθεί επιπλέον κατά περίπου 0,3%. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να διατηρήσει υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με διαφορά περίπου 0,13 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Αντίθετα, στο αισιόδοξο σενάριο ταχείας αποκλιμάκωσης, οι γεωπολιτικές εντάσεις υποχωρούν άμεσα και ο δείκτης επιστρέφει στα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα ήδη από τον Απρίλιο του 2026. Σε αυτό το περιβάλλον, η βιομηχανική παραγωγή της Ευρωζώνης ενισχύεται κατά περίπου 0,74% σε σύγκριση με το βασικό σενάριο, ενώ ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται αισθητά, επιτρέποντας και πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική.
Η έρευνα εξετάζει επίσης τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι γεωπολιτικές κρίσεις επηρεάζουν την οικονομία. Αν και οι οικονομικές κυρώσεις θεωρούνται σημαντικό εργαλείο πίεσης, οι αναλυτές καταλήγουν ότι οι μεγαλύτερες επιπτώσεις προέρχονται από τις ελλείψεις προϊόντων, τις καθυστερήσεις στις μεταφορές και τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι ελλείψεις αυτές ενισχύουν το κόστος παραγωγής και τροφοδοτούν τον πληθωρισμό σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Οι συντάκτες της μελέτης προειδοποιούν ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα έχουν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τις οικονομικές αποφάσεις κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και κεντρικών τραπεζών, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα των συγκρούσεων καθιστά την Ευρωζώνη ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις.




























