Η ενίσχυση της μακροχρόνιας αποταμίευσης μέσω στοχευμένων κινήτρων μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, κινητοποιώντας νέες επενδύσεις, ενισχύοντας το διαθέσιμο εισόδημα και δημιουργώντας θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Αποταμιευτικοί Λογαριασμοί Νοικοκυριών για Επενδύσεις στην Κεφαλαιαγορά», η οποία παρουσιάστηκε σήμερα,σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν η Euronext Athens και το ΙΟΒΕ.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Βέττας, αναφέρθηκε στο διαχρονικό έλλειμμα αποταμίευσης που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία, επισημαίνοντας ότι περιορίζει τις δυνατότητες χρηματοδότησης παραγωγικών επενδύσεων και ενίσχυσης της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας. Όπως τόνισε, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι καλά σχεδιασμένα και στοχευμένα κίνητρα για μακροχρόνια αποταμίευση μπορούν να κινητοποιήσουν σημαντικούς ιδιωτικούς πόρους, με οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία συνολικά. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι προτεινόμενοι αποταμιευτικοί λογαριασμοί αποσκοπούν στην ενίσχυση της συμμετοχής των νοικοκυριών στην οργανωμένη κεφαλαιαγορά, στην καλλιέργεια οικονομικής παιδείας και στη δημιουργία ισχυρότερων αποταμιευτικών βάσεων για το μέλλον.
Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, χαρακτήρισε αναγκαία τη δημιουργία ενός σύγχρονου αποταμιευτικού λογαριασμού επενδύσεων για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και της οικονομίας συνολικά. Όπως ανέφερε, η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι οι πολίτες εξοικειώνονται ουσιαστικά με την αποταμίευση και την επένδυση όταν έχουν πρόσβαση σε απλά, αξιόπιστα και μακροπρόθεσμα εργαλεία, ενώ σημείωσε ότι στόχος είναι η κινητοποίηση εγχώριων κεφαλαίων προς παραγωγικές επενδύσεις και η ενίσχυση της συμμετοχής των νοικοκυριών στην οικονομική ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τη μελέτη, τα στοχευμένα κίνητρα για μακροχρόνιους αποταμιευτικούς λογαριασμούς μπορούν να έχουν σημαντικά θετικές επιδράσεις, πολλαπλάσιες του βραχυχρόνιου δημοσιονομικού κόστους. Ειδικότερα, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικής επιβάρυνσης εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και κατά 2 ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας. Παράλληλα, με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 εκατ. ευρώ, οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία θα μπορούσαν να υπερβούν τα 300 εκατ. ευρώ ετησίως μέσα στην ίδια περίοδο.
Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία δύο συμπληρωματικών αποταμιευτικών εργαλείων, στα πρότυπα διεθνών πρακτικών που ήδη εφαρμόζονται σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Ιαπωνία. Το πρώτο αφορά έναν Ατομικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΑΠΕΛ), ο οποίος θα απευθύνεται σε ιδιώτες επενδυτές και θα συνδέεται με φορολογικά κίνητρα που αυξάνονται ανάλογα με τη διάρκεια διακράτησης των επενδύσεων, έως και πέντε έτη. Η στόχευση αφορά κυρίως νοικοκυριά μεσαίων εισοδημάτων, ενώ προβλέπεται πλαφόν ώστε να περιορίζεται το δημοσιονομικό κόστος.
Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία Παιδικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΠΑΠΕΛ), ο οποίος θα ανοίγει με τη γέννηση κάθε παιδιού και θα χρηματοδοτείται με μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε επιλεγμένα χαρτοφυλάκια. Οι γονείς θα μπορούν να πραγματοποιούν επιπλέον καταθέσεις, λαμβάνοντας δημοσιονομική επιβράβευση μέσω πρόσθετων μεταβιβάσεων στον ίδιο λογαριασμό, ενώ οι πόροι θα μπορούν να αξιοποιούνται αφορολόγητα μετά την ενηλικίωση του παιδιού. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πρόταση συνδέεται και με τις πολιτικές αντιμετώπισης των δημογραφικών προκλήσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις προϋποθέσεις επιτυχίας των νέων εργαλείων. Η μελέτη επισημαίνει ότι κρίσιμα στοιχεία αποτελούν η απλότητα στη χρήση, η πλήρης διαφάνεια στις κινήσεις και αποδόσεις, η δυνατότητα εύκολης μεταφοράς μεταξύ παρόχων, καθώς και η ευελιξία στην επιλογή διαχειριστών και επενδυτικών προϊόντων. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη σωστής παραμετροποίησης των κινήτρων ώστε να λειτουργούν συμπληρωματικά με υφιστάμενα εργαλεία προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και η ιδιωτική ασφάλιση.
Σε επίπεδο οικονομικών επιδράσεων, η μελέτη εκτιμά ότι σε σενάριο πενταετούς εφαρμογής κινήτρων μέτριας έντασης για τους δύο λογαριασμούς, οι νέες επενδύσεις στην οικονομία μπορούν να φτάσουν σε επίπεδα υπερτριπλάσια του άμεσου δημοσιονομικού κόστους. Παράλληλα, η απασχόληση θα μπορούσε να ενισχυθεί κατά περίπου 2.000 θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας μέσα στην πρώτη δεκαετία εφαρμογής. Σε σενάρια ισχυρότερων κινήτρων, το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μπορούσε να ενισχυθεί έως και κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως, διατηρώντας πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα έως και 400 εκατ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2040.
Η μελέτη καταλήγει ότι πέρα από τη συμβολή στην ανάπτυξη και στις επενδύσεις, τα νέα αποταμιευτικά εργαλεία μπορούν να έχουν ευρύτερες θετικές επιδράσεις στη δημοσιονομική και εξωτερική ισορροπία της χώρας, αλλά και στην ενίσχυση της οικονομικής παιδείας και της αποταμιευτικής κουλτούρας των ελληνικών νοικοκυριών.































