Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύεται σε κρίσιμο εθνικό στοίχημα, με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, Σπύρο Θεοδωρόπουλο, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τη χώρα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κατά την παρουσίαση της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ, τονίστηκε ότι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ανά ώρα εργασίας περιορίζεται στο 43%.
Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει ότι, παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει ουσιαστικά στάσιμη σε σχέση με τα επίπεδα του 2000. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η οικονομική μεγέθυνση της περιόδου 2000-2024 βασίστηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας και όχι στη βελτίωση της παραγωγικότητας, γεγονός που, όπως επισημαίνεται, περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης αύξησης των εισοδημάτων και ουσιαστικής σύγκλισης με την Ευρώπη.
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι η παραγωγικότητα «δεν είναι τεχνικός δείκτης, αλλά εθνικός στόχος», διευκρινίζοντας πως δεν συνδέεται με εντατικοποίηση της εργασίας, αλλά με την ικανότητα της οικονομίας να παράγει μεγαλύτερη αξία με τους ίδιους πόρους. Όπως ανέφερε, η δημογραφική πίεση και η εξάντληση των περιθωρίων περαιτέρω αύξησης της απασχόλησης καθιστούν την παραγωγικότητα τον βασικό μοχλό για υψηλότερους μισθούς και βιώσιμη ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις ευθύνες τόσο των επιχειρήσεων όσο και της Πολιτείας. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ σημείωσε ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύσουν περισσότερο, να καινοτομήσουν, να αξιοποιήσουν νέες τεχνολογίες και να αυξήσουν το μέγεθός τους, ενώ το κράτος πρέπει να δημιουργήσει ένα πιο φιλικό περιβάλλον για επενδύσεις και παραγωγή, με ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, μείωση της γραφειοκρατίας και ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.
Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι η βιώσιμη αύξηση των εισοδημάτων προϋποθέτει ενίσχυση της παραγωγικότητας, ειδικά σε μια οικονομία όπου οι αμοιβές εξακολουθούν να κινούνται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα μετά τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Όπως τόνισε, απαιτείται συστηματική παρακολούθηση των σχετικών δεικτών και ουσιαστική σύνδεση της παραγωγικότητας με τα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων και των κλάδων.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τις έντονες ανισότητες μεταξύ των επιμέρους τομέων της οικονομίας. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος εμφανίζει τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα, με ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 157.300 ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ ακολουθούν η βιομηχανία και οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών. Αντίθετα, κλάδοι με υψηλή απασχόληση, όπως το εμπόριο και η εστίαση, καταγράφουν σημαντικά χαμηλότερες επιδόσεις.
Ιδιαίτερα μεγάλο παραμένει το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα παράγουν μόλις 14.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τις 42.000 ευρώ. Η εικόνα βελτιώνεται στις μεγαλύτερες εταιρείες, οι οποίες προσεγγίζουν περισσότερο τα ευρωπαϊκά επίπεδα παραγωγικότητας.
Καθοριστικός παράγοντας για τη χαμηλή επίδοση της ελληνικής οικονομίας θεωρείται το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Η έλλειψη επενδύσεων σε τεχνολογία, εξοπλισμό και παραγωγικές υποδομές, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της πολυετούς κρίσης, εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Το ΙΟΒΕ και ο ΣΕΒ προτείνουν ένα πλέγμα παρεμβάσεων που περιλαμβάνει αύξηση επενδύσεων, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων και στήριξη συνεργασιών και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων. Παράλληλα, ζητούν επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, επενδυτικά κίνητρα, αναβάθμιση των υποδομών και πολιτικές ενίσχυσης της εξωστρέφειας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας που εξακολουθεί να επιβαρύνει την ελληνική οικονομία.






























