Οι τιμές του πετρελαίου συνέχιζουν την ανοδική τους πορεία την Τετάρτη, επεκτείνοντας το ιστορικό ράλι του Μαρτίου, καθώς η ένταση στον Περσικό Κόλπο και οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από τον πόλεμο με το Ιράν διατηρούν τις ενεργειακές αγορές σε κατάσταση συναγερμού.
Το Μπρεντ για παράδοση Ιουνίου καταγράφει άνοδο 1,5% στα 105,56 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό για παράδοση Μαΐου βρίσκεται στα 102,92 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντάς άνοδο 1,5%.
Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν μέσα στον Μάρτιο, με το Μπρεντ να σημειώνει άνοδο άνω του 60%, καταγράφοντας το ισχυρότερο μηνιαίο ράλι από το 1988, ενώ το αμερικανικό αργό αυξήθηκε περίπου 51%, σημειώνοντας την καλύτερη επίδοση από το 2020.
Η άνοδος των τιμών συνδέεται άμεσα με τις σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, όταν η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν επηρέασε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου.
Το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο περνούσε περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου πριν από τον πόλεμο, έχει ουσιαστικά κλείσει για τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, προκαλώντας ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι αναμένει την αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από το Ιράν μέσα σε «δύο ή τρεις εβδομάδες», εμφανιζόμενος να θεωρεί ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη πετύχει τους στρατηγικούς τους στόχους. Όπως ανέφερε, «φεύγουμε γιατί δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε», προσθέτοντας ότι η αποχώρηση θα γίνει σύντομα.
Παράλληλα, ο Τραμπ απέρριψε την ανάγκη για διαπραγματευτική συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι στη χώρα υπάρχει πλέον νέο καθεστώς και ότι το Ιράν δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο πρόεδρος θα απευθύνει διάγγελμα προς το έθνος με σημαντική ενημέρωση για την κατάσταση στο Ιράν.
Ωστόσο, οι εχθροπραξίες συνεχίζονται, με τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν να δηλώνουν ότι θα ξεκινήσουν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, κατονομάζοντας μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες τεχνολογίας και βιομηχανίας. Παράλληλα, η Τεχεράνη διέψευσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διευκρινίζοντας ότι ανταλλάσσονται μόνο μηνύματα μέσω διπλωματικών και διαμεσολαβητικών καναλιών.
























