Επιδείνωση καταγράφεται στο πρώτο δίμηνο του 2026 σε ό,τι αφορά τις ακάλυπτες επιταγές, ανατρέποντας τη βελτιωμένη εικόνα που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία.
Συγκεκριμένα, στο διάστημα Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026 οι ακάλυπτες επιταγές ανήλθαν σε 719 τεμάχια, έναντι 774 το αντίστοιχο δίμηνο του 2025, 823 το 2024 και 576 το 2023. Παρά τη μείωση στον αριθμό σε σχέση με το 2025, η συνολική αξία παρουσιάζει έντονη αύξηση, καθώς διαμορφώθηκε στα 18,54 εκατ. ευρώ, έναντι 14 εκατ. ευρώ το 2025 και 14,5 εκατ. ευρώ το 2024. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, αν και εκδίδονται λιγότερες ακάλυπτες επιταγές, πρόκειται για μεγαλύτερα ποσά, γεγονός που εντείνει τους κινδύνους για τη ρευστότητα της αγοράς.
Αντίθετα, στις απλήρωτες συναλλαγματικές η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη σε επίπεδο όγκου. Το πρώτο δίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 1.091 περιπτώσεις, μειωμένες σε σχέση με τις 1.158 του 2025, τις 1.182 του 2024 και τις 1.252 του 2023, συνεχίζοντας την καθοδική πορεία των τελευταίων ετών. Ωστόσο, η συνολική αξία των απλήρωτων συναλλαγματικών ανήλθε σε 2,88 εκατ. ευρώ, αυξημένη σε σχέση με τα 2,7 εκατ. ευρώ του 2025, αν και παραμένει χαμηλότερη από τα 3,2 εκατ. ευρώ του 2024.
Η σύγκριση των στοιχείων δείχνει ότι η τάση περιορισμού του αριθμού των αθετήσεων συνεχίζεται, ωστόσο η αύξηση των ποσών –ιδίως στις ακάλυπτες επιταγές– καταδεικνύει μεγαλύτερη ένταση των οικονομικών υποχρεώσεων που δεν εξυπηρετούνται. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να συνδέεται με τη συνεχιζόμενη πίεση στη ρευστότητα, αλλά και με τη μεταβολή στη δομή των συναλλαγών, όπου λιγότερες αλλά υψηλότερης αξίας υποχρεώσεις οδηγούνται σε αθέτηση.































