Η εικόνα της ελληνικής αγοράς ακινήτων αλλάζει με τρόπο που επηρεάζει πλέον άμεσα και ουσιαστικά τις δυνατότητες απόκτησης κατοικίας για τους Έλληνες αγοραστές. Για αρκετά χρόνια, η κυρίαρχη αφήγηση ήθελε τους ξένους αγοραστές να κινούνται σε «άλλη πίστα», με σαφώς υψηλότερους προϋπολογισμούς, απορροφώντας κυρίως ακίνητα μεγάλης αξίας σε προνομιακές περιοχές.
Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί. Οι ξένοι δεν αποσύρονται από την αγορά, αλλά προσαρμόζονται, κινούμενοι πλέον σε επίπεδα τιμών που συμπίπτουν ολοένα και περισσότερο με εκείνα των Ελλήνων. Με απλά λόγια, «ψαρεύουν στα ίδια νερά».
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον ανταγωνισμό ακριβώς εκεί όπου η εγχώρια ζήτηση είναι ήδη πιεσμένη: στα ακίνητα μεσαίας αξίας, τα οποία αποτελούν τη βασική επιλογή για νοικοκυριά που επιδιώκουν ιδιοκατοίκηση. Όταν ένας ξένος αγοραστής διαθέτει προϋπολογισμό παρόμοιο με έναν Έλληνα, αλλά συχνά μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τον τρόπο χρηματοδότησης ή το χρονοδιάγραμμα της αγοράς, το πλεονέκτημα γέρνει εις βάρος του δεύτερου. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερες χαμένες ευκαιρίες, ταχύτερες πωλήσεις και, τελικά, ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Παράλληλα, η σύγκλιση των προϋπολογισμών δεν οδηγεί σε αποκλιμάκωση της αγοράς, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, αλλά σε ενίσχυση των τιμών. Οι πωλητές βλέπουν αυξημένο ενδιαφέρον από δύο πλευρές για το ίδιο ακίνητο και διατηρούν υψηλές απαιτήσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις παλαιών ή μέτριας ποιότητας κατοικιών. Έτσι, οι Έλληνες καλούνται να ανταγωνιστούν όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με αγοραστές από το εξωτερικό που έχουν αποκτήσει πλέον καλύτερη γνώση της ελληνικής αγοράς και κινούνται πιο στοχευμένα.
Αν αυτή η δυναμική στην αγορά ακινήτων παγιωθεί, οι επιπτώσεις στο δημογραφικό ζήτημα της χώρας θα είναι άμεσες και βαθύτερες απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.


























