Αποτρεπτικές διαστάσεις λαμβάνει η πρόσβαση στη στέγη για τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η αγορά κατοικίας απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές δυνατότητες της πλειονότητας των εργαζομένων. Ενδεικτικό είναι ότι ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ μεικτά τον μήνα θα απαιτούσε περίπου 38 χρόνια συνεχούς εργασίας για να αποκτήσει ένα σπίτι αξίας 400.000 ευρώ, ακόμη και στο υποθετικό σενάριο που θα διέθετε το σύνολο του εισοδήματός του αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό. Με ετήσιες αποδοχές 10.560 ευρώ, η πλήρης κάλυψη της αξίας ενός τέτοιου ακινήτου προϋποθέτει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, χωρίς να συνυπολογίζονται φόροι, ασφαλιστικές εισφορές και βασικές ανάγκες διαβίωσης, γεγονός που καθιστά την απόκτηση κατοικίας πρακτικά ανέφικτη για όσους ζουν με κατώτατες αποδοχές.
Την ίδια στιγμή, περίπου 20.000 ακίνητα ηλικίας έως πέντε ετών εκτιμάται ότι βρίσκονται προς πώληση στο λεκανοπέδιο, με τη μέση ζητούμενη τιμή να έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με αυτά τα δεδομένα, η αγορά ενός νεόδμητου διαμερίσματος 100 τετραγωνικών απαιτεί περισσότερους από 380 μέσους ελληνικούς μισθούς, που μεταφράζονται σε πάνω από 32 χρόνια εργασίας. Η πραγματικότητα αυτή οδηγεί τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών στην αναζήτηση παλαιότερων κατοικιών, συνήθως άνω των 15 ετών, καθώς τα νεόδμητα ακίνητα παραμένουν εκτός εμβέλειας.
Σε πρακτικό επίπεδο, η αγορά ενός νεόδμητου διαμερίσματος 100 τετραγωνικών με τιμή 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό απαιτεί κεφάλαιο περίπου 100.000 ευρώ για προκαταβολή και έξοδα μεταβίβασης, καθώς και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης στεγαστικού δανείου με μηνιαία δόση γύρω στα 1.450 ευρώ για 30 χρόνια. Το ποσό αυτό υπερβαίνει τον μέσο καθαρό μισθό, ο οποίος σήμερα διαμορφώνεται περίπου στα 1.100 ευρώ. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και ζευγάρια με δύο εργαζομένους που αμείβονται με τον μέσο μισθό δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση, δεδομένου ότι οι τράπεζες δεν εγκρίνουν δάνεια όταν η μηνιαία δόση ξεπερνά το 40% του καθαρού εισοδήματος.
Παρότι η αύξηση της προσφοράς κατοικιών θεωρείται βασικό ζητούμενο για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, η ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας με νέα διαμερίσματα δεν φαίνεται, στη σημερινή συγκυρία, να προσφέρει λύση στη μέση ελληνική οικογένεια, ιδιαίτερα στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Οι εξαιρετικά υψηλές τιμές ακυρώνουν στην πράξη τη δυνατότητα πρόσβασης σε νεόδμητα ακίνητα, ενώ η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω στις δημοφιλείς περιοχές, κυρίως στα βόρεια και τα νότια προάστια, όπου οι τιμές φτάνουν ή και ξεπερνούν τις 6.000 έως 8.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Το γεγονός ότι η αγορά νεόδμητης κατοικίας έχει πάψει να αφορά τη μέση ελληνική οικογένεια προκαλεί έντονο προβληματισμό για την πορεία της οικοδομικής δραστηριότητας. Σε συνθήκες περιορισμένης εγχώριας ζήτησης, η απορρόφηση της προσφοράς στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε επενδυτικό και «εισαγόμενο» ενδιαφέρον. Σε περίπτωση που αυτό περιοριστεί, η προσφορά αναμένεται να προσαρμοστεί αντίστοιχα, με τον κατασκευαστικό κλάδο να έχει ακόμη νωπές τις μνήμες από το μεγάλο απόθεμα αδιάθετων ακινήτων που συσσωρεύτηκε μετά το 2007. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα από ποιες πηγές θα μπορούσε να προέλθει η προσφορά προσιτής στέγης.

































