Οι τιμές του χρυσού και του ασημιού κατέγραψαν έντονη ανάκαμψη την Τρίτη, έπειτα από μία ιστορικών διαστάσεων κατάρρευση στις αγορές πολύτιμων μετάλλων, με την εικόνα να παραπέμπει περισσότερο σε βίαιη διόρθωση θέσεων παρά σε μια διαρκή αλλαγή τάσης.
Ο χρυσός ανέκτησε σημαντικό μέρος των απωλειών του, μετά την πτώση της Δευτέρας και τη βουτιά σχεδόν 10% που σημείωσε την Παρασκευή, τη μεγαλύτερη ημερήσια υποχώρηση των τελευταίων δεκαετιών. Ο άργυρος κινήθηκε επίσης ανοδικά, έπειτα από πτώση περίπου 30%, που αποτέλεσε τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή του από το 1980.
Στην αγορά spot, ο χρυσός ενισχύθηκε κατά περίπου 6%, διαμορφούμενος στα 4.938,6 δολάρια ανά ουγγιά, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στη Νέα Υόρκη κινήθηκαν κοντά στα 4.951 δολάρια. Ο άργυρος σημείωσε ακόμη ισχυρότερη αντίδραση, με την τιμή spot να αυξάνεται σχεδόν 10%, στα 86,96 δολάρια ανά ουγγιά, και τα futures να καταγράφουν άνοδο 13%, στα 87,23 δολάρια.
Η ανάκαμψη ήρθε καθώς οι επενδυτές επανεκτίμησαν τα αίτια της απότομης πτώσης και το ενδεχόμενο αυτή να συνδέεται με βραχυπρόθεσμους παράγοντες. Η πρόσφατη διόρθωση αποδόθηκε σε έναν συνδυασμό ενίσχυσης του δολαρίου, αλλαγών στις προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και κινήσεων μείωσης θέσεων μετά από μια παρατεταμένη ανοδική πορεία.
Παρά τη μεταβλητότητα, οι ευρύτεροι παράγοντες που στηρίζουν την επενδυτική ζήτηση για χρυσό και άργυρο εκτιμάται ότι παραμένουν σε ισχύ. Οι συνθήκες δεν δείχνουν να ευνοούν μια παρατεταμένη καθοδική πορεία, ενώ η πρόσφατη κίνηση εκλαμβάνεται ως αναπροσαρμογή της αγοράς μετά από υπερβολικά αυξημένες τοποθετήσεις.
Η εικόνα του αργύρου παρέμεινε πιο ασταθής, γεγονός που συνδέεται με το μικρότερο μέγεθος της αγοράς του και τη μεγαλύτερη συμμετοχή βραχυπρόθεσμων επενδυτών. Ωστόσο, η ζήτηση από τη βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί υποστηρικτικά, ιδιαίτερα σε τομείς που σχετίζονται με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα φωτοβολταϊκά και τις υποδομές υψηλής τεχνολογίας.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση αργύρου θα αυξηθεί σημαντικά αυτή τη δεκαετία, κυρίως λόγω των φωτοβολταϊκών και της μετάβασης σε τεχνολογίες κυψελών με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε άργυρο.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η συνολική ζήτηση αναμένεται να φτάσει τους 48.000 έως 54.000 τόνους ετησίως έως το 2030, ενώ η προσφορά προβλέπεται να ανέλθει μόλις στους 34.000 τόνους, καλύπτοντας μόλις το 62% έως 70% των αναγκών. Μόνο ο τομέας της ηλιακής ενέργειας εκτιμάται ότι θα απορροφά 10.000 έως 14.000 τόνους ετησίως, ποσοστό που μπορεί να φτάσει έως και το 41% της παγκόσμιας προσφοράς.





























