Η Goldman Sachs σκιαγραφεί σε νέα ανάλυσή της το οικονομικό προφίλ της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι η δραστηριότητα παραμένει ισχυρή και ότι οι δείκτες εμπιστοσύνης συνεχίζουν να στηρίζουν την αναπτυξιακή τροχιά της χώρας. Όπως υπογραμμίζει, από το 2019 η παραγωγικότητα ανακάμπτει σταθερά, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εμφανίζει την υψηλότερη αύξηση στη Νότια Ευρώπη, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παρά τη σημαντική πρόοδο, το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει κατά 10% χαμηλότερο από τα επίπεδα της περιόδου 2007-08, υποδηλώνοντας ότι η διαδικασία ανάκαμψης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η αμερικανική τράπεζα χαρακτηρίζει τη δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδας «ιδιαίτερα συνετή». Το πρωτογενές πλεόνασμα βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των μικρών κρατών της ΕΕ και πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η διαχείριση του χρέους συνεχίζει να βελτιώνεται. Με βάση τις εκτιμήσεις της Goldman Sachs, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από αυτόν της Ιταλίας έως το 2028, με την πρόοδο στη φορολογική συμμόρφωση και τη δημοσιονομική πειθαρχία να λειτουργούν ως βασικοί καταλύτες, ακόμη και καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του.
Την ίδια ώρα, η τράπεζα εντοπίζει τρεις βασικούς πυλώνες που ενισχύουν το ελληνικό «success story»: την ανθεκτικότητα των επενδύσεων, τη σταθερή άνοδο της παραγωγικότητας και τη συνεπή δημοσιονομική πολιτική. Οι επενδύσεις –πλην των κατοικιών– έχουν επιστρέψει στα επίπεδα του 2009, ενώ κάθε συνιστώσα του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου παρουσιάζει αύξηση από το 2019. Η ενίσχυση των επενδύσεων σε τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, τονίζει η Goldman, συνδέεται με περαιτέρω βελτίωση της παραγωγικότητας τα επόμενα χρόνια.
Τα τρία «αγκάθια»
Ωστόσο, παρά το θετικό κλίμα, η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι η αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας μπορεί να επιβραδυνθεί εάν δεν προχωρήσουν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Καταγράφει τρεις κύριες προκλήσεις που λειτουργούν ως «αγκάθια» για την οικονομία: την υπερθέρμανση της αγοράς ακινήτων, τη διαρθρωτική αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας και την αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος.
Η αγορά ακινήτων, μετά από μια μακρά περίοδο ύφεσης, ανέκαμψε δυναμικά από το 2022, με τις τιμές κατοικιών και επαγγελματικών χώρων να καταγράφουν απότομη άνοδο λόγω σημαντικών ελλείψεων στην προσφορά. Η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι απαιτείται προσεκτική εξισορρόπηση, ώστε η νέα επενδυτική δραστηριότητα να αποδώσει διατηρήσιμη αναβάθμιση του αποθέματος ακινήτων χωρίς να επαναληφθούν φαινόμενα υπερθέρμανσης όπως στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Στην αγορά εργασίας, αν και η συνολική απασχόληση κινείται σε ιστορικά υψηλά, η υποαπασχόληση εργαζομένων υψηλής κατάρτισης παραμένει επίμονο και άλυτο ζήτημα. Η τράπεζα σημειώνει ότι η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος απαιτεί στοχευμένες πολιτικές αναβάθμισης δεξιοτήτων και επανεκπαίδευσης, ώστε η οικονομία να αξιοποιήσει πλήρως το ανθρώπινο κεφάλαιό της.
Το τρίτο εμπόδιο αφορά το δικαστικό σύστημα. Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, ο χρόνος επίλυσης αστικών και διοικητικών υποθέσεων εξακολουθεί να είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρωζώνη, δημιουργώντας αβεβαιότητα και καθυστερήσεις που υπονομεύουν το επενδυτικό κλίμα. Η Goldman Sachs θεωρεί ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών, ιδιαίτερα στις εμπορικές διαφορές, αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την προβλεψιμότητα και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.





























