Στη μεγαλύτερη άντληση κεφαλαίων στην ιστορία της προχωρά η AKTOR, επιδιώκοντας να χρηματοδοτήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 3 δισ. ευρώ και να μετασχηματιστεί από έναν παραδοσιακό κατασκευαστικό όμιλο σε έναν ολοκληρωμένο παίκτη στις υποδομές, τις παραχωρήσεις και την ενέργεια που θα έχει EBITDA 700 εκατ. ευρώ το 2030 . Το σχέδιο που παρουσίασε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου, Αλέξανδρος Εξάρχου, προβλέπει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 650 εκατ. ευρώ και έκδοση ομολογιακού δανείου 300 εκατ. ευρώ, με στόχο την άντληση συνολικά 950 εκατ. ευρώ. Με κόστος έκδοσης περίπου 4%, τα καθαρά διαθέσιμα κεφάλαια εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 912 εκατ. ευρώ.
Το βιβλίο προσφορών για την ΑΜΚ αναμένεται να ανοίξει στις 21 Ιουλίου, ενώ θα προηγηθούν roadshows σε Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ για την προσέλκυση διεθνών θεσμικών επενδυτών. Οι βασικοί μέτοχοι WINEX Investments και Castellano έχουν ήδη εκδηλώσει πρόθεση συμμετοχής έως 300 εκατ. ευρώ, ενώ πληροφορίες της αγοράς αναφέρουν ότι ενδιαφέρον αναμένεται και από αμερικανικό επενδυτικό fund, το όνομα του οποίου παραπέμπει σε θεότητα του Δωδεκαθέου. Η διοίκηση στοχεύει στη διεύρυνση της μετοχικής βάσης με μακροπρόθεσμους ξένους επενδυτές, καθώς το 80% της έκδοσης απευθύνεται στο εξωτερικό.
Από τις επενδύσεις, το 40% θα κατευθυνθεί σε παραχωρήσεις και ΣΔΙΤ, άλλο ένα 40% στην ενέργεια και το υπόλοιπο στην κατασκευή και στο LNG, με στόχο τη δημιουργία σταθερών και επαναλαμβανόμενων ταμειακών ροών. Παράλληλα, ο κ. Εξάρχου έθεσε ως βασικό κανόνα χρηματοοικονομικής πειθαρχίας τη διατήρηση του δείκτη καθαρού δανεισμού προς EBITDA κάτω από τις τέσσερις φορές (καθαρό δανεισμό έως 2,8 δισ. ευρώ το 2030).
Στην ενέργεια, η AKTOR επιδιώκει πλήρη καθετοποίηση των δραστηριοτήτων της, εξετάζοντας ακόμη και την είσοδο στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να αποσαφηνίζεται αν αυτό θα γίνει μέσω της Volton. Παράλληλα, δίνει έμφαση στην αποθήκευση ενέργειας, καθώς, σύμφωνα με τη διοίκηση, το αυξανόμενο πρόβλημα των περικοπών παραγωγής από ΑΠΕ (curtailment) ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στον κλάδο.
Στον τομέα του LNG, ο Όμιλος επιβεβαίωσε το ενδιαφέρον του για συμμετοχή στο δεύτερο FSRU της χώρας, τη «Διώρυγα Gas» της Motor Oil, με την αγορά να εκτιμά ότι περίπου 200 εκατ. ευρώ θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στη συγκεκριμένη επένδυση, κάτι που θα έχει ως άμεσα κερδισμένο τον Γιάννη Βαρδινογιάννη. Παράλληλα, εξετάζονται νέες παραχωρήσεις στη Ρουμανία, όπως ο διάδρομος Κωστάντζας – Αλεξανδρούπολης και ο λιμένας Κωστάντζας, αλλά και έργα ανακύκλωσης, διαχείρισης υδάτων, λειψυδρίας και η παραχώρηση του λιμένα Ελευσίνας στην Ελλάδα. Η διοίκηση υπογραμμίζει ότι η κατασκευή θα παραμείνει βασικός πυλώνας του Ομίλου, με μεγαλύτερη έμφαση σε έργα που εξασφαλίζουν προβλέψιμες αποδόσεις.
Το μεγάλο στοίχημα για τη Διοίκηση Εξάρχου ξεκινά μετά την άντληση των κεφαλαίων. Με ορίζοντα το 2030, η AKTOR καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επενδυτικό πρόγραμμα, να ολοκληρώσει εξαγορές σε διαφορετικούς κλάδους, να ενσωματώσει τις νέες δραστηριότητες και ταυτόχρονα να τηρήσει τον στόχο για περιορισμένη μόχλευση. Η εξάρτηση του σχεδίου από την επιτυχή προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων, την ωρίμανση μεγάλων επενδύσεων και τις συνθήκες στις αγορές ενέργειας και χρήματος καθιστούν την επόμενη πενταετία ένα δύσκολο τεστ.
Η Intrum Hellas
Στη διανομή προσωρινού μερίσματος ύψους 10 εκατ. ευρώ για το 2026 προχωρά η Intrum Hellas, παρά τη μείωση του τζίρου της και των κερδών της στο πρώτο πεντάμηνο του έτους. Ειδικότερα, κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, τα έσοδα από διαχείριση απαιτήσεων διαμορφώθηκαν σε 59,95 εκατ. ευρώ, έναντι 68,8 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) υποχώρησαν στα 33,3 εκατ. ευρώ από 38,7 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 22,6 εκατ. ευρώ, από 35,3 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 17,6 εκατ. ευρώ έναντι 28,3 εκατ. ευρώ. Στις 31 Μαΐου 2026, το σύνολο του ενεργητικού της εταιρείας ανερχόταν σε 204,2 εκατ. ευρώ, έναντι 228,1 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025. Τα ταμειακά διαθέσιμα διαμορφώθηκαν σε 41,1 εκατ. ευρώ από 28,9 εκατ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια ανήλθαν σε 146,2 εκατ. ευρώ, έναντι 155,1 εκατ. ευρώ στο τέλος της προηγούμενης χρήσης. Οι συνολικές υποχρεώσεις διαμορφώθηκαν σε 58 εκατ. ευρώ από 73 εκατ. ευρώ. Στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου 2026 η Intrum Hellas απασχολούσε κατά μέσο όρο 883 εργαζομένους, έναντι 867 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ οι δαπάνες προσωπικού ανήλθαν σε 20,8 εκατ. ευρώ από 20,6 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία διατήρησε ισχυρή ρευστότητα, με τον δείκτη κυκλοφορούντος ενεργητικού προς βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις να ανέρχεται στο 257,4%, ενώ ο δείκτης άμεσης ρευστότητας διαμορφώθηκε στο 39%. Παράλληλα, ο δείκτης ιδίων κεφαλαίων προς σύνολο υποχρεώσεων διαμορφώθηκε στο 123,8%, γεγονός που αντανακλά την ισχυρή κεφαλαιακή της βάση.
Η MRB Hellas
Σε τροχιά ολοκλήρωσης εισέρχεται η διαδικασία της προσυμφωνημένης εξυγίανσης (pre-pack) της MRB Hellas, καθώς δρομολογείται η απόκτηση της ιστορικής εταιρείας δημοσκοπήσεων από τον Γιάννη Δέτση της Choose Strategic Communications Partner. Σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της διαδικασίας αποτέλεσε η έκδοση, στις 19 Ιουνίου 2026, προσωρινής διαταγής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα χορήγησης προσωρινής προστασίας της εταιρείας. Με την απόφαση αναστέλλεται προσωρινά κάθε μέτρο ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο σε βάρος της MRB Hellas, έως τη συζήτηση της κύριας αίτησης και υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα εκδικαστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η προσωρινή διαταγή ενσωματώθηκε στην αίτηση παράτασης της αυτοδίκαιης αναστολής και χορήγησης προληπτικών μέτρων, η οποία είχε κατατεθεί στις 11 Ιουνίου 2026 στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης. Η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήδη από τις 11 Φεβρουαρίου 2026, όταν η MRB Hellas υπέβαλε αίτηση για την άμεση επικύρωση της από 10 Φεβρουαρίου 2026 Συμφωνίας Μεταβιβαστικής Εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4738/2020. Στη συμφωνία συμμετέχουν η MRB Hellas, η doValue Greece, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της πιστώτριας εταιρείας CAIRO No. 3 Finance DAC, η Choose και η εγγυήτρια εταιρεία P.R.C. Group – The Management House του Δημήτρη Μαύρου. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναμένεται η δικαστική επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης και η μεταβίβαση της MRB Hellas στο νέο επενδυτή.
Τα δικαστικά μέτωπα του ΔΕΔΔΗΕ
Εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες αφορούν αποζημιωτικές αξιώσεις εκατομμυρίων ευρώ έχει ο ΔΕΔΔΗΕ, με τη διοίκηση της εταιρείας να εκτιμά ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι νομικές της θέσεις είναι ισχυρές και δεν αναμένονται επιβαρύνσεις που θα επηρεάσουν ουσιωδώς την οικονομική της θέση. Μεταξύ των σημαντικότερων υποθέσεων ξεχωρίζει η αγωγή ύψους 11,01 εκατ. ευρώ που είχε ασκηθεί κατά του ΔΕΔΔΗΕ από εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των φωτοβολταϊκών, σχετικά με έργο στη Λακωνία. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση Α1543/2026, απέρριψε την αγωγή για λόγους παραδεκτού, εξέλιξη που αποτελεί θετική δικαστική έκβαση για την εταιρεία. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ αναφέρεται στις πολυάριθμες δικαστικές προσφυγές που είχαν κατατεθεί από παραγωγούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σχετικά με τις περικοπές στις εγγυημένες τιμές αποζημίωσης, στο πλαίσιο του λεγόμενου «New Deal». Η εταιρεία επισημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των σχετικών υποθέσεων έχει ήδη κριθεί υπέρ των θέσεών της, ενώ για τις ελάχιστες που εξακολουθούν να εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων εκτιμά ότι θα έχουν ανάλογη κατάληξη, επικαλούμενη τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στις εκκρεμείς υποθέσεις περιλαμβάνονται επίσης οι δικαστικές διαμάχες με την Attica Bank που σχετίζονται με την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών εργολάβου (Τοξότη). Σύμφωνα με τη διοίκηση, σε μία από τις υποθέσεις ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη δικαιωθεί πρωτόδικα, με το δικαστήριο να επιδικάζει αποζημίωση περίπου 2,2 εκατ. ευρώ υπέρ της εταιρείας, ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης που έχει ασκήσει η τράπεζα. Τέλος, αναφορά γίνεται και στις αστικές αξιώσεις που συνδέονται με το δυστύχημα του ελικοπτέρου στον Πόρο το 2019, κατά το οποίο είχαν χάσει τη ζωή τους τρία άτομα έπειτα από πρόσκρουση σε εναέρια καλώδια ηλεκτροδότησης. Όπως αναφέρεται στις οικονομικές καταστάσεις, εκκρεμούν τρεις αγωγές σε βάρος του ΔΕΔΔΗΕ συνολικού ύψους περίπου 6,57 εκατ. ευρώ, οι οποίες έχουν ασκηθεί από συγγενείς των θυμάτων και από ασφαλιστική εταιρεία, με τις σχετικές αποφάσεις να αναμένονται.
H CVC Advisers Greece
Αύξηση του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας κατέγραψε το 2025 η CVC Advisers Greece Μονοπρόσωπη ΑΕ, την οποία τρέχει ο Αλέξανδρος Φωτακίδης Partner στη CVC και Head του γραφείου της CVC στην Ελλάδα. Ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 2,37 εκατ. ευρώ, έναντι 2,01 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 18%. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 146,5 χιλ. ευρώ από 135 χιλ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 203,9 χιλ. ευρώ. Η καθαρή θέση της εταιρείας ενισχύθηκε στα 717,7 χιλ. ευρώ από 517,5 χιλ. ευρώ το 2024, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν σημαντικά, φθάνοντας τις 721,9 χιλ. ευρώ έναντι 89,4 χιλ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Το σύνολο του ενεργητικού ανήλθε σε 1,24 εκατ. ευρώ. Η CVC Advisers Greece λειτουργεί στο πλαίσιο του νόμου 89/1967, παρέχοντας επιχειρηματικές συμβουλές και υπηρεσίες προς τη μητρική εταιρεία, με αμοιβή που υπολογίζεται με τη μέθοδο «cost plus» και περιθώριο κέρδους 9,41%. Ως εκ τούτου, τα οικονομικά της αποτελέσματα εξαρτώνται από τον όγκο των εργασιών που της αναθέτει η μητρική εταιρεία.
Σκλαβενίτης: Συγχώνευση θυγατρικών
Σε μία ακόμη κίνηση αναδιάρθρωσης προχώρησε η Σκλαβενίτης, καθώς ολοκληρώθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση των εταιρειών MICROCON Κατασκευαστική ΑΕ, ΑΥΡΑ Μονοπρόσωπη ΑΕ και NADIYA HOLDINGS Μονοπρόσωπη ΑΕ. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι τρεις απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα, διαγράφονται από το ΓΕΜΗ και το σύνολο της περιουσίας, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των έννομων σχέσεών τους μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στην Σκλαβενίτη. Η συγκεκριμένη συγχώνευση εντάσσεται στη στρατηγική απλοποίησης της εταιρικής δομής του ομίλου και αφορά σε μεγάλο βαθμό την ενοποίηση εταιρειών που συνδέονται με τη διαχείριση ακινήτων, κατασκευών και εταιρικών συμμετοχών. Ειδικότερα, η ΑΥΡΑ Μονοπρόσωπη Α.Ε. αποτελεί κτηματική, οικοδομική και κατασκευαστική εταιρεία, η MICROCON δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό τομέα, ενώ η NADIYA HOLDINGS λειτουργεί ως εταιρεία συμμετοχών.
«Πατριδογνωσία»
Με αφορμή την ανάγνωση του βιβλίου «Πατριδογνωσία, Ιστορίες Ενός Εμμονικού» του Τάσου Τέλλογλου (Μεταίχμιο) και την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Μιχάλη Σάλλα, με τίτλο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να διορθωθεί», (ΑΘΕΝS BOOKSTORE) θα υπενθυμίσουμε μια από τις πλέον σύνθετες και πολυσυζητημένες υποθέσεις που απασχόλησαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κατά τα χρόνια που εξερχόμασταν της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για τον ειδικό εποπτικό έλεγχο που πραγματοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος το 2017 στην Τράπεζα Πειραιώς, τα ευρήματα του οποίου αποτέλεσαν για περίπου τρία χρόνια αντικείμενο εισαγγελικής και δικαστικής διερεύνησης.
Το πολυσέλιδο πόρισμα των ελεγκτών της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο διαβιβάστηκε στις εισαγγελικές αρχές το φθινόπωρο του 2017, δεν περιοριζόταν στην εξέταση μίας μεμονωμένης δανειακής σύμβασης. Παρουσίαζε ολόκληρο το χρηματοδοτικό πλέγμα που είχε αναπτυχθεί γύρω από σειρά εταιρειών συνδεδεμένων μεταξύ τους, παρακολουθώντας διαδοχικές μεταβιβάσεις δανείων, αναχρηματοδοτήσεις, κινήσεις κεφαλαίων με παραβίαση των capital controls και σχέσεις πραγματικών δικαιούχων σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Στόχος του ελέγχου ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσο είχαν τηρηθεί οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, οι διαδικασίες έγκρισης πιστώσεων, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το κανονιστικό πλαίσιο για τις συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη, αλλά και οι γενικότερες εποπτικές υποχρεώσεις της τράπεζας.
Η SHENT και η Summit
Μια από τις συναλλαγές που είχε καταγραφεί τότε και η οποία διατηρεί ακόμη και σήμερα μεγάλο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον – τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο - αφορά μια χρηματοδότηση που είχε χορηγηθεί το μακρινό 2009. Η κυπριακή εταιρεία SHENT Enterprises Limited, συμφερόντων του τότε προέδρου της Τράπεζας Πειραιώς Μιχάλη Σάλλα, είχε συνάψει με τη Marfin Egnatia Bank του Ανδρέα Βγενόπουλου–η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Marfin Popular Bank και αργότερα σε Cyprus Popular Bank– σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού έως 50 εκατ. ευρώ. Για την εξασφάλιση του εν λόγω δανείου είχαν ενεχυριαστεί συνολικά 15,87 εκατ. μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, προερχόμενες τόσο από τον ίδιο τον Μιχάλη Σάλλα όσο και από τη SHENT Enterprises και την Alkimon Holding Ltd., εταιρεία που, σύμφωνα με το πόρισμα, θεωρούνταν συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο με τη SHENT.
Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία μετά τις δραματικές εξελίξεις στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα το 2013. Μετά το «κούρεμα» των καταθέσεων και τη συγχώνευση της Τράπεζας Κύπρου με την Cyprus Popular Bank, οι ελληνικές δραστηριότητες της τελευταίας μεταβιβάστηκαν (μετά από πλούσιο παρασκήνιο) στην Τράπεζα Πειραιώς. Μαζί με το δίκτυο καταστημάτων, τα στοιχεία ενεργητικού και το χαρτοφυλάκιο δανείων, η Πειραιώς ανέλαβε και τη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση της SHENT Enterprises. Έτσι, βρέθηκε να διαχειρίζεται μια χρηματοδότηση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ που αφορούσε (ως δανειολήπτη) τον τότε πρόεδρό της, γεγονός που προσέλκυσε το ενδιαφέρον τόσο της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και του νεοσύστατου τότε Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά την εξέταση του φακέλου, οι ελεγκτές δεν περιορίστηκαν στο ύψος του δανείου, το οποίο ανερχόταν περίπου στα 44 εκατ. ευρώ. Χαρτογράφησαν και τον τρόπο με τον οποίο εξυπηρετήθηκε η χρηματοδότηση μετά τη μεταφορά της στην Πειραιώς. Όπως καταγράφεται στο πόρισμα, οι τόκοι του δανείου κατά τα έτη 2013 και 2014 εξοφλήθηκαν είτε μέσω τραπεζικού λογαριασμού της SHENT Enterprises στην Κύπρο είτε με τραπεζικές επιταγές που εκδόθηκαν ύστερα από μεταφορά χρημάτων από προσωπικό λογαριασμό του Μιχάλη Σάλλα.
Η 18η Μάιου του 2014
Ωστόσο, η προσοχή των ελεγκτών έπεσε σε μια κομβική συναλλαγή που αποφασίσθηκε στις 18 Μάιου του 2014. Με απόφαση της τότε Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας Πειραιώς εγκρίθηκε η υποκατάσταση της SHENT Enterprises από τη Summit Property Limited, εταιρεία με έδρα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Η νέα εταιρεία ανέλαβε εξ ολοκλήρου τις υποχρεώσεις της αρχικής δανειολήπτριας, με αποτέλεσμα να καταστεί ο νέος οφειλέτης έναντι της τράπεζας. Σύμφωνα με το πόρισμα, η Summit Property πραγματοποίησε τέσσερα μεγάλα εμβάσματα προς την Τράπεζα Πειραιώς μέσω της γερμανικής τράπεζας Berenberg, συνολικού ύψους περίπου 44,3 εκατ. ευρώ, ποσό που κάλυψε την αποπληρωμή της χρηματοδότησης.
Για τους ελεγκτές, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν αν εξοφλήθηκε το δάνειο, αλλά ποιος χρηματοδότησε την αποπληρωμή του και ποιος ασκούσε τον πραγματικό έλεγχο της εταιρείας που αντικατέστησε τη SHENT Enterprises. Με άλλα λόγια, επιχείρησαν να διαπιστώσουν ποιος βρέθηκε τελικά στη θέση του οφειλέτη ενός δανείου που μέχρι τότε συνδεόταν με τον τότε πρόεδρο της Τράπεζας Πειραιώς. Η Τράπεζα Πειραιώς γνωστοποίησε αρχικά ότι, βάσει των νομιμοποιητικών εγγράφων που διέθετε κατά την έναρξη της συνεργασίας, πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας εμφανιζόταν ο Γιώργος Βραχνάκης, ναυτικός από το Ηράκλειο, κάτοικος Κούβας ! Ωστόσο, η εικόνα που προέκυψε από την εποπτική έρευνα ήταν διαφορετική. Σύμφωνα με το πόρισμα, κατά τον χρόνο εξόφλησης της δανειακής σύμβασης οι πραγματικοί δικαιούχοι της Summit Property συνδέονταν άμεσα με τον Όμιλο Libra της οικογένειας Λογοθέτη.
Η απόκλιση ανάμεσα στα στοιχεία που είχε δηλώσει η τράπεζα και στα ευρήματα της εποπτικής έρευνας αποτέλεσε βασικό αντικείμενο εξέτασης. Οι ελεγκτές επιχείρησαν να αποτυπώσουν τις διαδοχικές αλλαγές στην πραγματική ιδιοκτησία των offshore εταιρειών, προκειμένου να διαπιστώσουν ποιοι ασκούσαν τον ουσιαστικό έλεγχο τόσο των κεφαλαίων όσο και των σχετικών δανειακών υποχρεώσεων.
Στο πλαίσιο αυτό ακολούθησαν τη διαδρομή των χρημάτων μέχρι τη γερμανική τράπεζα Berenberg. Όπως αναφέρεται στο πόρισμα, ο λογαριασμός της Summit Property μέσω του οποίου πραγματοποιήθηκε η αποπληρωμή των περίπου 44,3 εκατ. ευρώ είχε ανοίξει στις 13 Αυγούστου 2014 και έκλεισε στις 12 Σεπτεμβρίου 2017, χρονική στιγμή που συνέπεσε με τη διενέργεια του ειδικού εποπτικού ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος. Η χρονική αυτή αλληλουχία καταγράφηκε ως στοιχείο της συνολικής εικόνας που επιχειρούσαν να συνθέσουν οι ελεγκτές.
Η έρευνα δεν περιορίστηκε στη Summit Property. Οι εποπτικές αρχές εξέτασαν και τη Baywest Business Ltd., εταιρεία που επίσης εμφανιζόταν να συνδέεται με τον Όμιλο Libra. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πορίσματος, η Baywest διατηρούσε λογαριασμούς στην ίδια γερμανική τράπεζα, ενώ από τα νομιμοποιητικά έγγραφα που είχε στη διάθεσή της η Τράπεζα Πειραιώς προέκυπτε ότι εκπρόσωπός της ήταν το ίδιο πρόσωπο που εκπροσωπούσε και τη Summit Property. Οι ελεγκτές θεώρησαν τη συγκεκριμένη σύμπτωση σημαντική για την αποτύπωση των εταιρικών διασυνδέσεων.
Η 19η Μαΐου 2014
Το ενδιαφέρον της έρευνας στράφηκε στη συνέχεια σε μία ακόμη συναλλαγή μεγάλης κλίμακας. Σύμφωνα με το πόρισμα, με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας Πειραιώς στις 19 Μαΐου 2014 (μια ημέρα μετά την υποκατάσταση της SHENT Enterprises από τη Summit Property) η Baywest απέκτησε από την Τράπεζα Πειραιώς συνολικά 85 μη εξυπηρετούμενα δάνεια ονομαστικής αξίας περίπου 1,048 δισ. ευρώ, καταβάλλοντας τίμημα περίπου 320 εκατ. ευρώ. Το χαρτοφυλάκιο περιλάμβανε κυρίως ναυτιλιακές χρηματοδοτήσεις με εξασφαλίσεις επί πλοίων, δάνεια εταιρειών ανάπτυξης ακινήτων και κοινοπρακτικές χρηματοδοτήσεις για έργα υποδομών στο εξωτερικό.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ρόλο της LXM Group, η οποία είχε επιλεγεί ως χρηματομεσιτικός σύμβουλος (loan broker) της συναλλαγής. Σύμφωνα με το πόρισμα, η εταιρεία συνδεόταν επίσης με τον Όμιλο Libra και ήταν εκείνη που εισηγήθηκε τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου στην Baywest. Το στοιχείο αυτό καταγράφηκε από τους ελεγκτές ως ζήτημα που, κατά την κρίση τους, έχρηζε περαιτέρω αξιολόγησης ως προς τη διαφάνεια και την αντικειμενικότητα της διαδικασίας.
Παρατηρήσεις διατυπώθηκαν και για το οικονομικό σκέλος της συναλλαγής. Ειδικότερα, οι ελεγκτές ανέφεραν ότι το τμήμα του χαρτοφυλακίου που αφορούσε ναυτιλιακά δάνεια μεταβιβάστηκε έναντι περίπου 135,7 εκατ. ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με τους ίδιους, υπολειπόταν κατά περίπου 56,9 εκατ. ευρώ της διασφαλιστικής αξίας των πλοίων που είχαν δοθεί ως εξασφαλίσεις. Με βάση την τραπεζική πρακτική, η διασφαλιστική αξία αντανακλά το ποσό που θα μπορούσε να ανακτηθεί σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης των εξασφαλίσεων.
Το πιο σημαντικό ήταν πως την ίδια περίοδο κατά την οποία η Baywest άρχιζε να αποκτά και στη συνέχεια να μεταπωλεί τα πρώτα δάνεια του χαρτοφυλακίου, η Summit Property είχε ήδη αντικαταστήσει τη SHENT Enterprises ως οφειλέτρια του επίμαχου δανείου. Η χρονική σύμπτωση των δύο εξελίξεων ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν τους ελεγκτές να εξετάσουν αν υπήρχε οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ τους και να αναζητήσουν την πορεία των σχετικών κεφαλαίων.
Ένα ακόμη στοιχείο που καταγραφόταν στο πόρισμα αφορούσε την πορεία της αποπληρωμής του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων που είχε αποκτήσει η Baywest από την Τράπεζα Πειραιώς. Κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης του ειδικού εποπτικού ελέγχου, το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα δεν είχε ακόμη εξοφληθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, έως το τέλος του 2016 είχαν καταβληθεί περίπου 94,3 εκατ. ευρώ από τα συνολικά 320 εκατ. ευρώ, ενώ η τράπεζα, από τον Απρίλιο του 2016 έως και τον Ιούνιο του 2017, βρισκόταν σε διαδικασία αναζήτησης λύσης για την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις για τη μεταβίβαση της επίμαχης δανειακής σύμβασης, τις αλλαγές στους πραγματικούς δικαιούχους των εμπλεκόμενων εταιρειών, τη διαδρομή των κεφαλαίων και την πώληση του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνέθεσαν μία από τις πιο εκτεταμένες εποπτικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα τελευταία χρόνια.
Η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη συνέχεια στη Δικαιοσύνη και αποτέλεσε αντικείμενο πολυετούς εισαγγελικής διερεύνησης. Ωστόσο, η μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου το 2019, με την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα ως προς το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας σε βάρος τραπεζικών ιδρυμάτων, είχε ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη δικογραφία να μην φτάσει τελικά σε δημόσια εκδίκαση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.
Παρά τη δικαστική κατάληξη της υπόθεσης, κρίσιμα ερωτήματα που είχαν αναδείξει οι εποπτικές αρχές παραμένουν αναπάντητα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι συνθήκες υπό τις οποίες η SHENT Enterprises Limited πλήρωσε (;) την Summit Property Limited που την υποκατέστησε στη δανειακή σύμβαση και προχώρησε στην αποπληρωμή της χρηματοδότησης, η προέλευση των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και η τελική τύχη των εξασφαλίσεων–μεταξύ των οποίων και το πολυτελές σκάφος Condor A–.
Σχεδόν μία δεκαετία μετά, η συγκεκριμένη υπόθεση παραμένει σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την εταιρική διακυβέρνηση των τραπεζών, τη διαχείριση μεγάλων επιχειρηματικών χρηματοδοτήσεων και την αποτελεσματικότητα της τραπεζικής εποπτείας. Αν και ο δικαστικός κύκλος της υπόθεσης φαίνεται να έχει κλείσει, τα πραγματικά περιστατικά που καταγράφηκαν στα πολυσέλιδα πορίσματα εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο, καθώς ορισμένα από τα κρίσιμα ερωτήματα που τέθηκαν τότε δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα σαφείς απαντήσεις.
Έτσι, η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Μιχάλη Σάλλα δεν επανέφερε μόνο στη δημόσια συζήτηση τις απόψεις του για τα αίτια της ελληνικής κρίσης και τις προτάσεις του για το μέλλον της χώρας. Έφερε ξανά στην επιφάνεια και μία από τις πλέον σύνθετες υποθέσεις που απασχόλησαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, υπενθυμίζοντας ότι, εξακολουθούν να υπάρχουν πτυχές που παραμένουν αντικείμενο δημόσιου ενδιαφέροντος και ιστορικής αποτίμησης. Όλα αυτά είναι άλλωστε μέρος της ευρύτερης «Πατριδογνωσίας», στην οποία αναφέρεται με πλήθος παραδειγμάτων και ο Τάσος Τέλλογλου στο δικό του βιβλίο, το οποίο σαν το συνιστούμε ανεπιφύλακτα…



























