Νομιμοποιούνται ηθικά οι σύμμαχοί μας στο ΝΑΤΟ να διατείνονται, και μάλιστα επισήμως, ότι ο στρατιωτικοποιημένος τουρκικός αναθεωρητισμός και η δεδηλωμένη βούληση της Άγκυρας να αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος συνιστούν «διμερή διαφορά» των δύο κρατών-μελών (δηλ. της Ελλάδος και της Τουρκίας) και, ως εκ τούτου, ότι το ΝΑΤΟ οφείλει να τηρεί ουδέτερη στάση; Από τυπικής απόψεως, ίσως όχι! Διαφορετικά, το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιδεικνύει την ίδια ουδετερότητα και αναφορικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και να θεωρεί τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο ως «ξένη διμερή διαφορά», δεδομένου ότι ουδεμία εκ των δύο αυτών χωρών αποτελεί κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.
Νομιμοποιούνται ηθικά οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να εξαντλούνται, και αυτό περιστασιακά, σε άνευ ουσίας και κενές περιεχομένου «δηλώσεις ανησυχίας» και «συστάσεις» προς την Άγκυρα να μην αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία και να μην παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα δύο κρατών-μελών της Ε.Ε. (δηλ. της Ελλάδος και της Κύπρου), ενώ την ίδια ώρα τα ισχυρότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε. (Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, αλλά και η «αποχωρήσασα μα μεταμεληθείσα» Μ. Βρετανία) αναπτύσσουν στενότατες οικονομικές σχέσεις και συνεργασίες με την Τουρκία ακόμα και στον νευραλγικό τομέα της αμυντικής βιομηχανίας (ενίοτε μάλιστα με μεθοδολογία που προσβάλλει τη νοημοσύνη και των πλέον αφελών Ελλήνων πολιτών τε και πολιτικών); Από τυπικής απόψεως, ίσως όχι! Διαφορετικά η Ε.Ε. θα έπρεπε να εξαντλείται σε άνευ ουσίας και κενές περιεχομένου «δηλώσεις ανησυχίας» και «συστάσεις αυτοσυγκράτησης και προς τις δύο πλευρές» και αναφορικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, και να θεωρεί τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο ως «ξένη υπόθεση», δεδομένου ότι ουδεμία εκ των δύο αυτών χωρών αποτελεί κράτος-μέλος της Ε.Ε.
Εάν, όμως, θέλουμε να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς -άλλωστε η Ιστορία έχει τους δικούς της «σκληρούς» νόμους και πάντα αποκαλύπτει με τρόπο αμείλικτο τόσο τα ψεύδη όσο και τα σφάλματα εκείνων που την διαμόρφωσαν- οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι εμείς οι ίδιοι, δια της πολιτικής μας ηγεσίας φυσικά, «διευκολύναμε» τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και τους εταίρους μας στην Ε.Ε. να προτάξουν τα συμφέροντά τους έναντι της ηθικής τους υποχρέωσης να σταθούν στο πλευρό της Ελλάδος, η οποία κατά κοινή ομολογία θεμελιώνει ακλόνητα τις θέσεις της στο Διεθνές Δίκαιο και στις Διεθνείς Συνθήκες.
Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν υπέκυψε στην απαίτηση της Άγκυρας να προσέλθει στο τραπέζι του διμερούς «διαλόγου» (έξω δηλ. από το προστατευτικό για την Ελλάδα πλέγμα της Ε.Ε.), στο οποίο η ατζέντα καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την Άγκυρα και επί τη βάσει των διαρκώς διευρυνόμενων τουρκικών διεκδικήσεων;
Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ύψωσε σε ύψη δυσθεώρητα το λάβαρο της Ελληνοτουρκικής «φιλίας» με την περίφημη «Διακήρυξη των Αθηνών», η οποία «ξέπλυνε» την Τουρκία στα μάτια των συμμάχων μας στο ΝΑΤΟ και των εταίρων μας στην Ε.Ε. για την πειρατική συμπεριφορά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και για τον υβριδικό πόλεμο που διεξάγει εναντίον μας επί σειρά ετών;
Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δήλωνε «πανευτυχής» για τα «ήρεμα νερά του Αιγαίου» και για την «εξαιρετική πρόοδο» που έχει σημειωθεί σε πολλά ζητήματα της «θετικής ατζέντας» του Ελληνοτουρκικού «διαλόγου σε καλό κλίμα»;
Η Ελληνική Κυβέρνηση -εξαιρουμένου βεβαίως του τέως ΥΠ.ΕΞ. και νυν Υ.ΕΘ.Α.- δεν άλλαξε άρδην, τα τελευταία τρία και πλέον έτη, την έως τότε εξαιρετικά επιτυχημένη και αποτελεσματική πολιτική της διεθνοποίησης του προβλήματος της τουρκικής προκλητικότητας εις βάρος της χώρας μας και της ανάδειξης του στρατιωτικοποιημένου τουρκικού αναθεωρητισμού;
Παρά τις διάφορες, κατά καιρούς, μικρές και άνευ αντικειμενικής πρακτικής αξίας «νίκες» της Ελλάδος σε επίπεδο φραστικής (και μόνον) αναγνώρισης της πάγιας «σύννομης και καλής συμπεριφοράς» της εκ μέρους των συμμάχων και των εταίρων μας, είναι προφανές ότι η Τουρκία διαρκώς «κερδίζει έδαφος» εις βάρος μας και εξοικειώνει τους συμμάχους και τους εταίρους μας στην ιδέα ότι ο στρατιωτικοποιημένος αναθεωρητισμός της εις βάρος της χώρας μας είναι κάτι, το οποίο δεν μπορεί να ανακοπεί και δεν θα ανακοπεί. Ίσως, μάλιστα, είναι περισσότερο ανησυχητικό το γεγονός ότι και ένα μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, ευτυχώς πολύ μικρό ακόμα, συμπεριλαμβανομένης και μερίδας της εθνικής μας αντιπροσωπίας, φαίνεται να έχει συμβιβαστεί με αυτό το «αναπόφευκτο», προκειμένου να μην χρειαστεί να αναμετρηθούμε με την Τουρκία επί του πεδίου για την προάσπιση της εθνικής μας κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και «πάμε πενήντα χρόνια πίσω στην Οικονομία μας».
Λίγα πράγματα είναι αυτά, τα οποία σε πολιτικό επίπεδο δεν επιτρέπουν ακόμα στην Άγκυρα να επιχειρήσει επί του πεδίου την επιβολή νέων τετελεσμένων στην Αθήνα. Δεν πρέπει, μάλιστα, να λησμονούμε ότι διαχρονικά η Άγκυρα, όταν θεωρεί ότι οι πολιτικές συνθήκες είναι απολύτως ευνοϊκές για την ίδια, κάνει πράξη όσα μεθοδικότατα έχει προετοιμάσει (βλ. π.χ. Κύπρος 1974, Ίμια 1996). Και αυτό το πράττει κάθε φορά που είναι πεπεισμένη ότι οι ικανότατες Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν θα λάβουν την κρίσιμη ώρα το «πράσινο φως» να ενεργήσουν πρώτες, όπως επιβάλλει η στρατηγική επιστήμη και όχι το φοβικό σύνδρομο μερίδας της πολιτικής ελίτ των Αθηνών, για την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
(Ο Κωνσταντίνος Παΐδας είναι Καθηγητής του ΕΚΠΑ)























