Το πρόσφατο περιστατικό του σοβαρού τραυματισμού, με πυροβολισμό από αστυνομικά όργανα, νεαρού άνδρα, κατά την καταδίωξή του, σε επαρχιακή πόλη και του εξ αιτίας αυτού (τραυματισμού), σε σύντομο χρονικό διάστημα, θανάτου του έφερε στο προσκήνιο, μεταξύ άλλων, το θέμα της χρήσης όπλων από αστυνομικά όργανα κατά την αστυνομική δράση.
Είναι γεγονός ότι η χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς συνιστά μία από τις πιο έντονες και περισσότερο επαχθείς κρατικές επεμβάσεις στα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Έτσι από τον νόμο ορίζονται οι περιπτώσεις και οι προϋποθέσεις χρήσης του όπλου από τους αστυνομικούς, ώστε να υπηρετούνται οι αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Ειδικότερα οι περιπτώσεις και οι προϋποθέσεις χρήσης όπλων από αστυνομικούς ρυθμίζονται στο άρθ. 3 Ν. 3169/2003. Συγκεκριμένα προβλέπεται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η επιτρεπόμενη χρήση του όπλου, η οποία κλιμακώνεται, κατά αξιολογική διαβάθμιση, από την πιο ήπια (εκφοβιστικός πυροβολισμός) έως την πιο επαχθή (πυροβολισμός εξουδετέρωσης). Στην παρ. 4 του άρθ. 3 Ν. 3169/2003 καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται εκφοβιστικός πυροβολισμός ή πυροβολισμός κατά πραγμάτων. Έτσι ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από ζώο ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος.
Στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου αναφέρονται περιοριστικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται πυροβολισμός ακινητοποίησης. Οι περιπτώσεις αυτές αναφέρονται είτε σε άμυνα κατά εγκλήματος συνδεομένου με άμεσο κίνδυνο προσώπου ή κατά εγκλήματος που τελείται με ένοπλη επίθεση είτε στην αντιμετώπιση ενόπλων σε συγκεκριμένες καταστάσεις που ενέχουν κίνδυνο προσώπου. Στην παράγραφο 6 του αυτού άρθρου καθορίζονται οι περιπτώσεις που επιτρέπεται πυροβολισμός εξουδετέρωσης. Αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην αυτοάμυνα ή στην άμυνα υπέρ τρίτων κατά επαπειλούμενου θανάτου ή σοβαρής σωματικής βλάβης. Στην παράγραφο 7 του αυτού άρθρου προσδιορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης. Μία από τις περιπτώσεις αυτές (περ. δ) είναι και ο πυροβολισμός <<εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο>>.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν γίνει γνωστά, ο νεαρός άνδρας οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν υπάκουσε σε σήμα στάσης αστυνομικών οργάνων για νόμιμο έλεγχο, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει καταδίωξη αυτού. Όταν το όχημα που οδηγούσε ακινητοποιήθηκε, ο νεαρός επεχείρησε πεζός να απομακρυνθεί υπερπηδώντας έναν μανδρότοιχο. Κατά την χρονική αυτή στιγμή οι καταδιώκοντας αυτόν αστυνομικοί πυροβόλησαν αυτόν. Ο νεαρός, που αντιμετώπιζε προβλήματα αναπηρίας, εβλήθη στο κεφάλι, εξέπνευσε δε λίγες μέρες αργότερα εξαιτίας του τραυματισμού. Κατά των ως άνω αστυνομικών ασκήθηκε ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο (άρθ. 42,299&1 Π.Κ.), στην συνέχεια δε και συγκεκριμένα μετά τον θάνατο του νεαρού ατόμου, θα μεταβληθεί επιτρεπτώς η κατηγορία σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο (άρθ. 299&1 Π.Κ.). Τα προαναφερθέντα αφορούν την ποινική διαδικασία ανεξαρτήτως και της δικαστικής εξέλιξης της υπόθεσης ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων (άρθ. 105 ΕισΝΑΚ) και της πειθαρχικής διαδικασίας κατά των αστυνομικών.
Από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν γίνει γνωστά, δεν φαίνεται να συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερθείσες προϋποθέσεις του εκφοβιστικού πυροβολισμού, καθώς και του πυροβολισμού ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης. Αντίθετα φαίνεται να συντρέχει η ρητά προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση πυροβολισμών ακινητοποίησης και εξουδετέρωσης, καθόσον ο παθών εβλήθη από τα αστυνομικά όργανα καθ΄όν χρόνο προσπαθούσε να διαφύγει υπερπηδώντας τον μανδρότοιχο. Πρόκειται δηλαδή για περίπτωση που απαγορεύεται ρητά από τον νόμο η χρήση του όπλου από τους αστυνομικούς.
Το περιστατικό αυτό δεν ήταν ούτε περίπλοκο ούτε ασύνηθες στην αστυνομική δράση και καθημερινότητα. Αντίθετα ήταν ένα απλό και σύνηθες περιστατικό της αστυνομικής δράσης. Με αφορμή όμως το περιστατικό αυτό αναδείχθηκε η πλημμελής εκπαίδευση των αστυνομικών στην χρήση όπλων και, ως εκ τούτου, η ανάγκη επιμελούς και διηνεκούς θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης αυτών, ούτως ώστε η χρήση των όπλων να γίνεται με σύνεση και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο νόμο και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαία. Δεδομένου δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, το ανωτέρω περιστατικό δεν ήταν ασύνηθες, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στο μέλλον και άλλων παρόμοιων περιστατικών ή και περιστατικών σύνθετων. Μόνον η άρτια και διηνεκής θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των αστυνομικών, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό από την χρήση όπλων όσων αστυνομικών δεν παρέχουν τα εχέγγυα σωματικής και ψυχικής καταλληλότητας, εγγυάται τον περιορισμό περιπτώσεων με την έκβαση του ανωτέρω περιστατικού.
(Η Βιργινία Σακελλαροπούλου είναι επίτιμη Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Διδάκτορας Ποινικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της ΕΛΑΣ)























