Η 24η Ιουλίου 1974 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ημερομηνίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας καθώς τερματίστηκε η επτάχρονη στρατιωτική δικτατορία (1967-1974). Ωστόσο, η πτώση της χούντας δεν υπήρξε ένα ξαφνικό γεγονός. Ήταν το αποτέλεσμα κοινωνικών αντιστάσεων, εσωτερικών αντιθέσεων, του ρόλου της στην κυπριακή τραγωδία και σύνθετων διεθνών διεργασιών. Σε αυτές σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και οι ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου.
Η Ελλάδα αποτελούσε μέλος του ΝΑΤΟ και είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς βρισκόταν στο νοτιοανατολικό άκρο της Συμμαχίας, απέναντι από τη Σοβιετική Ένωση και κοντά στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον ενδιαφερόταν πρωτίστως για την αποτροπή οποιασδήποτε ενίσχυσης της σοβιετικής επιρροής στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αμερικανικές κυβερνήσεις διατήρησαν λειτουργικές σχέσεις με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Είναι τεκμηριωμένο ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν προχώρησαν σε ουσιαστική απομόνωση του καθεστώτος «στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που τόσο ...αγαπούν αλλά το στήριξαν με κάθε τρόπο. Η συγγνώμη του Μπιλ Κλίντον, τον Νοέμβρη του 1999, αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία.
Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβρη του 1973, ο ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η νέα ηγεσία εγκατέλειψε ακόμη και τις προσχηματικές προσπάθειες «φιλελευθεροποίησης» και επένδυσε σε μια επιθετική πολιτική γύρω από το Κυπριακό. Στις 15 Ιουλίου, η ελληνική χούντα υποστήριξε το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η ενέργεια αυτή δημιούργησε το πρόσχημα που αναζητούσε η Τουρκία για να ενεργοποιήσει τα δικαιώματά της από τη «Συνθήκη Εγγυήσεως» του 1960.
Στις 20 Ιουλίου 1974 ξεκίνησε η τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Η ελληνική χούντα αποδείχθηκε ανίκανη να διαχειριστεί την κρίση. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός κατέρρευσε, ενώ έγινε εμφανές ότι η Ελλάδα δεν διέθετε την επιχειρησιακή ετοιμότητα για γενικευμένη σύγκρουση με την Τουρκία. Το καθεστώς έχασε την αξιοπιστία του ακόμη και μέσα στις ένοπλες δυνάμεις.
«Περνάει ο στρατός, της Ελλάδος φρουρός...»
Όταν οι πραξικοπηματίες επέβαλαν τη δικτατορία επικαλέστηκαν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και την ανάγκη «αποκατάστασης της τάξης». Ταυτόχρονα επιδίωξαν με κάθε τρόπο να παρουσιάσουν το καθεστώς τους ως θεματοφύλακα των «εθνικών ιδεωδών». Η μαζική προπαγάνδα για την ενίσχυση της «εθνικής συνείδησης» είχε γκροτέσκο χαρακτηριστικά, με αποκορύφωμα τις αλήστου μνήμης «εορτές» στο Καλλιμάρμαρο. Ταυτόχρονα σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής κυριαρχούσε, ως φυσική παρουσία ή ως εικόνα, ο στρατός. «Είχε ένα πουλί στα σπίρτα ζωγραφιά κι ένα μαύρο φανταράκι μέσα στη φωτιά», όπως λένε κι οι σατιρικοί στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις απορροφούσαν μεγάλο μέρος του κρατικού προυπολογισμού, θεωρητικά ισχυροποιούνταν συνεχώς με νέα εξοπλιστικά προγράμματα. Στο «εθνικό» προφίλ που η χούντα καλλιεργούσε ο ισχυρός στρατός ήταν η καλύτερη απόδειξη, άλλωστε και ο ύμνος της κορυφωνόταν με τον στίχο «...και πρώτον τον στρατιώτη»!
Ακόμα και σήμερα, νοσταλγοί και απολογητές της δικτατορίας δημόσια μιλούν για «τα καθαρά χέρια» και την «εθνική ασφάλεια». Εξαιρετικοί δημοσιογράφοι, όπως ο Διονύσης Ελευθεράτος, έχουν αποδομήσει πλήρως τα ... «καθαρά χέρια» αποκαλύπτοντας τα οικονομικά σκάνδαλα του καθεστώτος. Όσο για την «εθνική ασφάλεια», οι δραματικές ώρες που ακολούθησαν την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξεγύμνωσαν τον δήθεν «εθνικό» χαρακτήρα της δικτατορίας μετατρέποντας σε όνειδος την – υποτιθέμενη – υπερηφάνια τους. Η διαβόητη «επιστράτευση» αποτέλεσε την κορύφωση του όνειδους.
Η επιστράτευση του Ιουλίου 1974: το χρονικό ενός στρατιωτικού φιάσκου
Το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου 1974, λίγες ώρες μετά την απόβαση των τουρκικών δυνάμεων στις ακτές της Κυρήνειας, η στρατιωτική κυβέρνηση του Ιωαννίδη ανακοίνωσε γενική επιστράτευση. Η απόφαση θεωρήθηκε μονόδρομος απέναντι στον κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης με την Τουρκία. Αντί όμως να αποδείξει την ετοιμότητα του στρατεύματος, αποκάλυψε με τον πιο δραματικό τρόπο την αποδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού και την επιχειρησιακή ανεπάρκεια του καθεστώτος.
Η ανταπόκριση των πολιτών ήταν άμεση. Χιλιάδες έφεδροι εγκατέλειψαν τις δουλειές τους ή διέκοψαν τις καλοκαιρινές τους άδειες και έσπευσαν στα κέντρα επιστράτευσης. Οι μαρτυρίες της εποχής συγκλίνουν ότι δεν υπήρξε μαζική απροθυμία. Η κοινωνία ανταποκρίθηκε. Το κράτος όχι.
Από τις πρώτες ώρες άρχισαν να εμφανίζονται εικόνες πρωτοφανούς σύγχυσης. Στα στρατόπεδα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, της Πάτρας και άλλων πόλεων σχηματίστηκαν ατελείωτες ουρές. Οι υπηρεσίες επιστράτευσης αδυνατούσαν να καταγράψουν τους εφέδρους, ενώ οι φάκελοι και τα σχέδια κινητοποίησης αποδεικνύονταν ξεπερασμένα. Πολλοί στρατιώτες έπαιρναν εντολή να παρουσιαστούν σε μονάδες που είχαν αλλάξει έδρα ή είχαν ήδη μετακινηθεί.
Οι ελλείψεις ήταν αποκαρδιωτικές. Σε αρκετές μονάδες δεν υπήρχαν αρκετές στολές, κράνη, εξαρτήσεις ή άρβυλα. Έφεδροι παρέλαβαν τυφέκια χωρίς πυρομαχικά, ενώ άλλοι περίμεναν ώρες για να διαπιστώσουν ότι δεν υπήρχε διαθέσιμος οπλισμός. Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες δύο ή και τρεις επιστρατευμένοι αντιστοιχούσαν σε ένα όπλο, με την ελπίδα ότι ο εξοπλισμός θα έφθανε αργότερα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι μετακινήσεις. Το δίκτυο επιστράτευσης ουσιαστικά παρέλυσε. Στους σιδηροδρομικούς σταθμούς επικρατούσε αδιαχώρητο, ενώ οι μεταφορές γίνονταν χωρίς κεντρικό συντονισμό. Πολλοί έφεδροι χρησιμοποιούσαν ιδιωτικά αυτοκίνητα ή λεωφορεία για να φθάσουν στις μονάδες τους. Άλλοι περίμεναν επί ώρες σε σταθμούς και πλατείες χωρίς να γνωρίζουν πού έπρεπε να μεταβούν. Δεν έλειψαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ολόκληρες μονάδες ξεκίνησαν για τον Έβρο και λίγο αργότερα διατάχθηκαν να επιστρέψουν, επειδή είχαν αλλάξει οι εντολές του Γενικού Επιτελείου.
Στις καταθέσεις που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον «Φάκελο της Κύπρου», αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί περιγράφουν την εικόνα πλήρους αποδιοργάνωσης. Ο τότε αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού, ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, αναφέρεται στις συνεχείς αλλαγές αποφάσεων και στην έλλειψη σαφούς πολιτικοστρατιωτικής καθοδήγησης. Αντίστοιχα, ανώτατοι αξιωματικοί του Στρατού Ξηράς καταθέτουν ότι πολλές διαταγές εκδίδονταν προφορικά, ανακαλούνταν λίγες ώρες αργότερα ή έφθαναν καθυστερημένα στις μονάδες.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική υπήρξε η διαπίστωση ότι η στρατιωτική ηγεσία δεν είχε ενιαία εικόνα της κατάστασης. Οι διοικητές μονάδων ενημερώνονταν συχνά από το ραδιόφωνο ή από ανεπίσημες πηγές για τις εξελίξεις στην Κύπρο, ενώ οι επίσημες οδηγίες καθυστερούσαν. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι έφεδροι παρέμειναν συγκεντρωμένοι για δύο ή τρεις ημέρες χωρίς συγκεκριμένη αποστολή, μέχρι να απολυθούν ή να μετακινηθούν εκ νέου.
Οι αιτίες του φιάσκου
Το φιάσκο αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η δικτατορία είχε μετατρέψει τον στρατό σε βασικό εργαλείο πολιτικού ελέγχου. Από το 1967 έως το 1974 εκατοντάδες αξιωματικοί είχαν αποστρατευθεί ή παραμεριστεί για πολιτικούς λόγους, ενώ οι προαγωγές βασίζονταν στην αφοσίωση προς το καθεστώς και όχι στην επαγγελματική επάρκεια. Η συνεχής ενασχόληση των ενόπλων δυνάμεων με την παρακολούθηση του εσωτερικού πληθυσμού, τις διώξεις αντιφρονούντων και την προστασία του καθεστώτος είχε υποβαθμίσει τον πραγματικό επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Παράλληλα, η απόλυτη πρόσδεση στο άρμα των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ είχε ουσιαστικά θέσει τις Ένοπλες Δυναμεις υπό ξένο έλεγχο. Αυτό έγινε ξεκάθαρο και από την ατολμία στη λήψη αποφάσεων, χωρίς τη «συμβουλή» του ξένου παράγοντα, αλλά και από τις παρεμβάσεις των «συμμάχων» στις όποιες επιχειρήσεις έγιναν καθόλη τη διάρκεια τόσο του «Αττίλα 1» όσο και του «Αττίλα 2».
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ ήταν ο διαβόητος «γεφυροποιός», ο άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαβούλευση μεταξύ της δικτατορίας και του αστικού πολιτικού κόσμου. Με αυτήν την «ιδιότητα» συμμετείχε στις κρίσιμες συσκέψεις των ημερών. Ακόμη κι αυτός περιγράφει στα απομνημονεύματά του μια ηγεσία αποσυντονισμένη και χωρίς σαφή αντίληψη των πραγματικών στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας. Παρόμοιες εκτιμήσεις διατυπώνουν και οι ιστορικοί, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η Ελλάδα διέθετε σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά δεν διέθετε την απαιτούμενη οργάνωση, τον συντονισμό και την πολιτική ηγεσία για να τις αξιοποιήσει αποτελεσματικά.
Η αποτυχημένη επιστράτευση κατέρριψε μέσα σε λίγες ώρες τον βασικό μύθο της δικτατορίας: ότι αποτελούσε δήθεν τον εγγυητή της εθνικής ασφάλειας. Οι ίδιοι οι ανώτατοι στρατιωτικοί αντιλήφθηκαν ότι ήταν αδύνατο να οδηγήσουν τη χώρα σε ολοκληρωμένο πόλεμο με την Τουρκία υπό αυτές τις συνθήκες. Η απώλεια κάθε εμπιστοσύνης προς το καθεστώς υπήρξε καθοριστική. Μέσα σε τέσσερα εικοσιτετράωρα, η χούντα είχε χάσει τη στρατιωτική της νομιμοποίηση, την πολιτική δεν την κέρδισε ποτέ.
Το πολεμικό συμβούλιο της 22ας Ιουλίου: η στιγμή της αλήθειας
Το χάος της επιστράτευσης κορυφώθηκε στις 22 Ιουλίου 1974, όταν συγκλήθηκε κρίσιμη σύσκεψη της στρατιωτικής ηγεσίας στην Αθήνα. Η Τουρκία είχε ήδη εδραιώσει το προγεφύρωμά της στην Κερύνεια και οι πληροφορίες από την Κύπρο ήταν εξαιρετικά δυσμενείς. Ο Δημήτριος Ιωαννίδης ζητούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία, ακόμη και με άνοιγμα του μετώπου στον Έβρο.
Οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, όμως, παρουσίασαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που προέβαλλε επί χρόνια η δικτατορία. Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους στον «Φάκελο της Κύπρου», ενημέρωσαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία ότι οι ελληνικές δυνάμεις δεν βρίσκονταν σε κατάσταση πλήρους πολεμικής ετοιμότητας. Η αποτυχημένη επιστράτευση είχε ήδη αποκαλύψει σοβαρές ελλείψεις στην κινητοποίηση προσωπικού, στον ανεφοδιασμό, στις επικοινωνίες και στον συντονισμό των μονάδων.
Ο αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού, ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, κατέθεσε αργότερα ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν χωρίς ολοκληρωμένη εικόνα της επιχειρησιακής κατάστασης και ότι επικρατούσε σύγχυση ως προς τους πραγματικούς στόχους. Παρόμοιες εκτιμήσεις διατύπωσαν και άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί, επισημαίνοντας ότι ο στρατός δεν ήταν έτοιμος για έναν ολοκληρωμένο πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.
Η εικόνα που παρουσιάστηκε στο πολεμικό συμβούλιο ήταν αποκαρδιωτική. Μονάδες δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει την επιστράτευσή τους, σημαντικός αριθμός εφέδρων δεν είχε φθάσει στις προβλεπόμενες θέσεις, υπήρχαν ελλείψεις σε οπλισμό, μέσα μεταφοράς και συστήματα επικοινωνιών, ενώ δεν είχε διαμορφωθεί ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης σύγκρουσης στον Έβρο και στο Αιγαίο. Η Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό διέθεταν αξιόλογες δυνατότητες, αλλά χωρίς σαφή πολιτική και στρατιωτική καθοδήγηση η αξιοποίησή τους εγκυμονούσε τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Η διαπίστωση αυτή είχε τεράστια σημασία. Οι ίδιοι οι στρατιωτικοί που είχαν στηρίξει το καθεστώς αντιλήφθηκαν ότι η συνέχιση της διακυβέρνησης από τη χούντα οδηγούσε τη χώρα σε εθνική καταστροφή. Η επίσημη εικόνα του «πανίσχυρου επαναστατικού στρατού», που επί επτά χρόνια προπαγάνδιζε το καθεστώς, κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες.
Σύμφωνα με μαρτυρίες πολιτικών προσώπων που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις της 23ης Ιουλίου αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί είχαν πλέον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μοναδική διέξοδος ήταν η άμεση μεταβίβαση της εξουσίας σε πολιτική κυβέρνηση με διεθνές κύρος. Η στρατιωτική λύση είχε ουσιαστικά αποκλειστεί. Έτσι, το πολεμικό συμβούλιο της 22ας Ιουλίου δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη στρατιωτική σύσκεψη. Υπήρξε το σημείο καμπής όπου η ίδια η χουντική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων παραδέχθηκε ότι το καθεστώς είχε αποτύχει να εκπληρώσει τον θεμελιώδη σκοπό του: την αποτελεσματική άμυνα της χώρας.
Από εκείνη τη στιγμή η πτώση της δικτατορίας ήταν θέμα ωρών και όχι ημερών. Το βράδυ της 23ης προς 24η Ιουλίου πραγματοποιήθηκαν κρίσιμες συσκέψεις στην Αθήνα, στις οποίες κατέστη σαφές ότι η στρατιωτική κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στην εξουσία. Αποφασίστηκε από τους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς συνομιλητές τους η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι, όπου βρισκόταν αυτοεξόριστος από το 1963.Τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου 1974 ο Καραμανλής έφθασε στην Αθήνα με αεροσκάφος που διέθεσε η γαλλική κυβέρνηση του Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν. Ορκίστηκε πρωθυπουργός και ανέλαβε τον σχηματισμό κυβέρνησης «εθνικής ενότητας». Η μεταπολίτευση άρχιζε.
Επίλογος
«Patriotism is the last refuge of a scoundrel» («Πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός αχρείου»), η περίφημη φράση του Άγγλου συγγραφέα Σάμουελ Τζάκσον (1709 -1784) που η ιστορία επιβεβαίωσε. Η περίπτωση της ελληνικής χούντας, με αποκορύφωμα τα δραματικά γεγονότα του Ιούλη του 1974, είναι μία από τις πιο πανηγυρικές επιβεβαιώσεις της. Σπάνια τόσα πολιτικά αλλά και φυσικά εγκλήματα στο όνομα του «Έθνους», τόση ρητορεία για την «εθνική» ασφάλεια, υπεροχή, ισχύ και πλείστα άλλα ουσιαστικά, τόσοι ύμνοι για τις ένοπλες δυνάμεις ξεγυμνώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες με τόση ενάργεια.
Αποτέλεσε υλικό για κινηματογραφικές κωμωδίες και δικαιολογημένα, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως μιλάμε για μια δραματική περίοδο και για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Ακόμη και σήμερα πολλοί αναμασούν φληναφήματα περί «ομαλής μετάβασης» στη Δημοκρατία, «αναίμακτης» μεταπολίτευσης κ.λπ.. Δεν είναι απλά ψεύδος, είναι ασέβεια και προς τα θύματα της χούντας στο εσωτερικό αλλά προπάντων προς τους χιλιάδες νεκρούς και ξεριζωμένους της Κυπριακής τραγωδίας.
Επειδή όμως μιλήσαμε για κινηματογράφο, ας θυμηθούμε την πιο αιχμηρή ανατομία της «Εθνικής Ιδεολογίας» της χούντας με το νυστέρι του Νίκου Περράκη στη «Λούφα και παραλλαγή», ίσως την καλύτερη ελληνική κωμωδία. Υπάρχουν δύο μορφές στην ταινία: ένας απλός φαντάρος που περνά τα πανδεινα στον στρατό λόγω των φρονημάτων του και τελικά αυτοπυροβολείται μην αντέχοντας άλλο και από την άλλη ο αντισυνταγματάρχης Κατσάμπελας (μυθική ερμηνεία από τον Αντρέα Φιλιππίδη), ένας αστοιχείωτος καραβανάς, αδίστακτο στήριγμα της χούντας και του «Έθνους». Δύο κόσμοι που και σήμερα συγκρούονται σε μια αμφίρροπη αναμέτρηση, ο κόσμος του «Κατσάμπελα» πάλι επενδύει στον «ισχυρό εθνικό στρατό». Όποτε στην ιστορία υπήρξε τέτοια επένδυση, τραγωδία ακολούθησε...
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας - Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)



























