«Το σώμα που είχα στα 21 μου το έδωσε ο Θεός. Το σώμα που έχω στα 31 μου είναι αυτό για το οποίο δούλεψα». Με αυτή τη φράση, η Cindy Crawford συμπυκνώνει τη δική της φιλοσοφία γύρω από τη φυσική κατάσταση, τη συνέπεια και τη σχέση που αναπτύσσουμε με το σώμα μας όσο μεγαλώνουμε.
Το διάσημο supermodel, που σημάδεψε τη μόδα των δεκαετιών του 1980 και του 1990, έχει συνδέσει εδώ και χρόνια τη δημόσια εικόνα του όχι μόνο με την ομορφιά, αλλά και με τη γυμναστική και έναν τρόπο ζωής που βασίζεται στη φροντίδα του σώματος. Η συγκεκριμένη φράση της παραμένει επίκαιρη ακριβώς επειδή μεταφέρει το βάρος από τη νεότητα και τα φυσικά χαρακτηριστικά στην προσωπική προσπάθεια.
Για την Crawford, το σώμα στα 21 μπορεί να θεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της ηλικίας και της γενετικής. Μία δεκαετία αργότερα, όμως, η εικόνα αλλάζει: η φυσική κατάσταση, η δύναμη και η ευεξία εξαρτώνται περισσότερο από τις καθημερινές επιλογές, τις συνήθειες και τη συνέπεια.
Το νόημα του αποφθέγματος, πάντως, δεν χρειάζεται να περιοριστεί στην εμφάνιση. Αντίθετα, μπορεί να διαβαστεί ως υπενθύμιση ότι η φροντίδα του εαυτού μας είναι μια διαρκής διαδικασία. Η άσκηση, η ισορροπημένη καθημερινότητα και η ξεκούραση δεν αποτελούν ένα σύντομο «πρόγραμμα», αλλά επιλογές που αποκτούν αξία όταν εντάσσονται σταθερά στη ζωή μας.
Η ίδια η Cindy Crawford έχει άλλωστε μιλήσει επανειλημμένα για τη σημασία της αυτοφροντίδας και της συνέπειας. Στη διάρκεια της καριέρας της ασχολήθηκε έντονα με το fitness, κυκλοφόρησε προγράμματα γυμναστικής και έχτισε μια ευρύτερη επαγγελματική παρουσία γύρω από την ομορφιά και το wellness.
Το μήνυμα αποκτά διαφορετική σημασία σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία τα social media ενισχύουν συχνά τη σύγκριση με εξιδανικευμένες εικόνες. Η Crawford ουσιαστικά προτείνει μια άλλη οπτική: αντί να προσπαθούμε να παραμείνουμε ίδιοι με τον νεότερο εαυτό μας, μπορούμε να επενδύουμε σε ένα σώμα δυνατό και υγιές σε κάθε ηλικία.
Άλλωστε, η ίδια έχει παραδεχτεί ότι σήμερα έχει καλύτερη σχέση με το σώμα της, ακόμη κι αν από καθαρά αισθητική άποψη θεωρεί ότι ήταν καλύτερο όταν ήταν 22 ή 23 ετών. Τότε, όπως έχει εξηγήσει, δεν το απολάμβανε, επειδή ήταν απασχολημένη με το να συγκρίνει τον εαυτό της με τους άλλους.
Πηγή Εconomic Τimes































