Σε ό,τι αφορά την οικονομία της Ευρώπης, την ειρήνη και την ασφάλειά της, είναι σαφές ότι οι αποφάσεις σε μεγάλο βαθμό πρέπει να λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο. Ωστόσο, η πολιτική εξακολουθεί να διαμορφώνεται κυρίως από τις εξελίξεις στο εσωτερικό κάθε χώρας. Η θετική πλευρά αυτής της αναντιστοιχίας είναι ότι οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών έχουν διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες και ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου μία προεδρική εκλογή μπορεί να αλλάξει ριζικά την πορεία ολόκληρης της χώρας, όπως έχει συμβεί υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, στην Ευρώπη δεν έχουμε δει μέχρι στιγμής μια αντίστοιχης έκτασης ανατροπή. Αυτό, ωστόσο, ενδέχεται σύντομα να αλλάξει.
Στην Ισπανία, ο Πέδρο Σάντσεθ ρίσκαρε την περασμένη εβδομάδα, προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου, αφού μια ετερόκλητη συμμαχία του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP), του ακροδεξιού Vox και του καταλανικού αυτονομιστικού κόμματος Junts μπλόκαρε στο κοινοβούλιο τα προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Εάν ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός - τον οποίο επαινούν προοδευτικοί σε όλο τον κόσμο, αλλά δαιμονοποιούν η ευρωπαϊκή δεξιά και οι ΗΠΑ του Τραμπ - χάσει το εκλογικό του στοίχημα, η Ισπανία θα μπορούσε να περάσει στα χέρια ενός συντηρητικού συνασπισμού με τη συμμετοχή της ακροδεξιάς, που σήμερα προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Πέρα από την Ισπανία, εκλογές θα διεξαχθούν μέσα στον επόμενο χρόνο στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, τη Φινλανδία, την Ελλάδα, την Εσθονία και τη Σλοβακία. Στις τέσσερις μεγαλύτερες από αυτές τις χώρες - Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία - τα ακροδεξιά ή εθνικολαϊκιστικά κόμματα ενδέχεται είτε να εδραιώσουν την εξουσία τους (Ιταλία) είτε να επιστρέψουν σε αυτήν (Πολωνία) είτε να εκλεγούν για πρώτη φορά (Γαλλία και Ισπανία). Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αλλάξει δραματικά το πρόσωπο της Ευρώπης.
Στροφή προς τα δεξιά, αλλά και φρένα
Η Ευρώπη στρέφεται προς τα δεξιά εδώ και αρκετό καιρό, με ακροδεξιά κόμματα να συμμετέχουν κατά περιόδους σε κυβερνητικούς συνασπισμούς σε διάφορες χώρες. Σήμερα, οι ομάδες της κεντροδεξιάς και της ακροδεξιάς μπορούν να σχηματίσουν πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συσπειρωμένες κυρίως γύρω από μια ατζέντα κατά των πολιτικών για το κλίμα και κατά της μετανάστευσης. Ωστόσο, αν και αυτή η δεξιά στροφή έχει επιβραδύνει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι επιπτώσεις της στην πολιτική δεν υπήρξαν τόσο άμεσες και ριζικές όσο εκείνες που στις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ.
Αυτό συμβαίνει επειδή η δεξιά στροφή μέχρι στιγμής δεν έχει επικρατήσει με ομοιόμορφο τρόπο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην Ολλανδία, πέρυσι, το ακροδεξιό PVV του Γκεερτ Βίλντερς τιμωρήθηκε στις κάλπες, ενώ οι φιλελεύθεροι ανέκαμψαν. Φέτος, η διολίσθηση της Ουγγαρίας προς τον αυταρχισμό ανακόπηκε και πλέον η κατάσταση αντιστρέφεται, μετά την εκλογική συντριβή του Βίκτορ Όρμπαν.
Πιο πρόσφατα, στη Σουηδία, η υποστήριξη προς την ακροδεξιά, η οποία στήριζε την απερχόμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση, υποχώρησε. Ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης, με επικεφαλής τους Σοσιαλδημοκράτες, επικράτησε οριακά. Επομένως, αν και η άνοδος της ακροδεξιάς αποτελεί πανευρωπαϊκή τάση - η πρόσφατη νίκη του AfD στην ανατολική Γερμανία προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς σε ολόκληρη την ήπειρο -, δεν επικρατεί παντού και σε κάθε χρονική συγκυρία.
Ο κίνδυνος
Ωστόσο, εάν ο επόμενος εκλογικός κύκλος οδηγήσει τη Μαρίν Λεπέν στην προεδρία της Γαλλίας, διατηρήσει την Τζόρτζια Μελόνι στην πρωθυπουργία της Ιταλίας, ενδεχομένως με τη στήριξη ενός κυβερνητικού συνασπισμού ακόμη πιο δεξιού από τον σημερινό, επαναφέρει στην εξουσία το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη στην Πολωνία και αναδείξει στην Ισπανία μια συντηρητική κυβέρνηση με τη συμμετοχή του ακροδεξιού Vox, τότε το πρόσωπο της Ευρώπης θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά.
Ακόμη κι αν αυτές οι χώρες, μαζί με αρκετές μικρότερες, εξέλεγαν ακροδεξιές ή εθνικολαϊκιστικές κυβερνήσεις, δεν θα συγκέντρωναν την ειδική πλειοψηφία που απαιτείται για να καθορίσουν την πολιτική κατεύθυνση της ΕΕ. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να συγκροτήσουν μια μειοψηφία αρνησικυρίας, εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια περαιτέρω ευρωπαϊκής ενοποίησης σε τομείς όπως η χρηματοδότηση, η ενέργεια, η άμυνα και η τεχνολογία.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για αριθμητικούς συσχετισμούς. Οι ηγέτες της ακροδεξιάς θα αλληλοενισχύονταν, ωθώντας ο ένας τον άλλον σε ακόμη πιο ριζοσπαστικές θέσεις, με τη στήριξη της Αμερικής, του κινήματος MAGA και των αλγορίθμων της Silicon Valley.
Εκτός Ιταλίας, η επικρατούσα άποψη είναι ότι η Τζόρτζια Μελόνι έχει μετριάσει τη στάση της από τότε που ανέλαβε την εξουσία. Στον βαθμό που αυτό ισχύει, οφείλεται αρκετά στο γεγονός ότι περιβάλλεται από ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Ντόναλντ Τουσκ και ο Πέδρο Σάντσεθ. Εάν αυτοί αντικαθίσταντο από πολιτικούς όπως η Λεπέν, ο Γιαροσλάβ Κατσίνσκι και ο Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, με τη στήριξη του Σαντιάγο Αμπασκάλ του Vox, η Μελόνι θα ακολουθούσε διαφορετική πορεία - θα ήταν πιο κοντά στις πραγματικές πολιτικές της πεποιθήσεις.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν όχι απλώς στη σταδιακή αποδυνάμωση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης- με τη συνέχιση της άτολμης ατζέντας - αλλά και σε βαθιά αποδυνάμωση ή ακόμη και σε πλήρη κατάρρευσή του. Η ΕΕ, όπως τη γνωρίζουμε, θα δυσκολευόταν να διατηρήσει τον λόγο ύπαρξής της, ιδίως εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία τους επόμενους μήνες για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της.
Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ η πολιτική πολυμορφία εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την Ευρώπη, εκτός ΕΕ δεν είναι μόνο ο Καναδάς που επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Ένωση. Το σημαντικότερο είναι ότι και το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να έχει αρχίσει τη μακρά πορεία επιστροφής του. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να αναγνωρίσει δημόσια ένας Βρετανός πρωθυπουργός ότι το Brexit προκάλεσε περισσότερο κακό παρά καλό και να ανοίξει τον δρόμο για την επανένταξη της χώρας στην ΕΕ, όπως έκανε τώρα ο Άντι Μπέρναμ.
Χρειάστηκε μια δεκαετία για να ξαναθυμηθούμε τον σκοπό της ευρωπαϊκής ενότητας και την κενότητα του στενόμυαλου εθνικισμού, την ώρα που η Ευρώπη κινδυνεύει να ξεχάσει τα διδάγματα του σκοτεινού παρελθόντος της και βρίσκεται στο χείλος της διάλυσης. Ίσως, λοιπόν, αυτή να είναι η κατάλληλη στιγμή για το Ηνωμένο Βασίλειο να υπενθυμίσει στους Ευρωπαίους γείτονές του τι σημαίνει να βρίσκεσαι έξω από την ευρωπαϊκή οικογένεια, εντελώς μόνος.
Ανάλυση της Nathalie Tocci στον Guardian
































