Η καταδικασμένη σε θάνατο Κρίστα Πάικ συνέχισε να αναπνέει για σχεδόν μία ώρα αφού της χορηγήθηκαν δύο δόσεις θανατηφόρου ένεσης το βράδυ της Τετάρτης, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα της νομικής της ομάδας, γεγονός που ώθησε την πολιτεία να αναστείλει την εκτέλεση και να ξεκινήσει επείγουσα ιατρική φροντίδα.
Εκπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης που βρίσκονταν στην αίθουσα εκτέλεσης σε φυλακή του Νάσβιλ περιέγραψαν μια συγκλονιστική σκηνή, καθώς η Πάικ συνέχισε να μιλάει, να αναπνέει και να ροχαλίζει πολύ μετά την έναρξη της διαδικασίας.
«Αυτή ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία στη σύγχρονη εποχή της θανατικής ποινής», ανέφερε σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η Ρόμπιν Μάχερ, εκτελεστική διευθύντρια του μη κερδοσκοπικού Κέντρου Πληροφόρησης για τη Θανατική Ποινή. «Οι δικηγόροι της είχαν προειδοποιήσει για ακριβώς αυτό το σενάριο και αγνοήθηκαν».
Ο ρεπουμπλικανός κυβερνήτης Μπιλ Λι δήλωσε αργά την Τετάρτη ότι αναστέλλει όλες τις προγραμματισμένες εκτελέσεις για το υπόλοιπο του 2026, ενώ διέταξε παράλληλα μια «ολοκληρωμένη, ανεξάρτητη αξιολόγηση από τρίτους για να προσδιοριστεί τι ακριβώς συνέβη».
«Η εκτέλεση μιας ποινής που έχει επιβληθεί νόμιμα συγκαταλέγεται στις πιο σοβαρές ευθύνες της Πολιτείας, και οι πολίτες του Τενεσί αναμένουν να διεκπεραιώνεται με τρόπο που δεν είναι απλώς νόμιμος και συνταγματικός, αλλά και αποτελεσματικός», δήλωσε ο Λι σε ανακοίνωσή του.
Από την πλευρά της, η Σωφρονιστική Υπηρεσία του Τενεσί ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι οι αξιωματούχοι της φυλακής ακολούθησαν όλα τα πρωτόκολλα εκτέλεσης.
Η Πάικ ήταν 18 ετών όταν προχώρησε στη βάρβαρη δολοφονία της συνομήλικής της Κολίν Σλέμερ στο Νοξβίλ το 1995.
Η Μέι Μαρτίνες, μητέρα της Σλέμερ, και ο σύζυγός της ταξίδεψαν στο Τενεσί από τη Φλόριντα για να παρακολουθήσουν τη θανάτωση της Πάικ. Πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεση, δήλωσε σε συνέντευξή της στο WBIR Channel 10: «Θέλω η Κολίν επιτέλους να αναπαυθεί».
«Αυτή είναι μια ευτυχισμένη μέρα»
Δημοσιογράφοι που ήταν παρόντες και παρακολούθησαν τη διαδικασία από ξεχωριστό δωμάτιο δήλωσαν πως η Πάικ παρέμεινε ξύπνια και σε κάποιο σημείο σήκωσε το κεφάλι της και ρώτησε τους αξιωματούχους της φυλακής αν ήταν φυσιολογικό να νιώθει «έτσι» το χέρι της. Δεν έγινε σαφές σε τι αναφερόταν. Μέχρι τις 8:26 μ.μ., οι μάρτυρες της εκτέλεσης ανέφεραν ότι της είχε χορηγηθεί η δεύτερη δόση πεντοβαρβιτάλης.
Η Πάικ συνέχισε να ακούγεται να ροχαλίζει πίσω από την κλειστή κουρτίνα μέχρι που το μικρόφωνο έκλεισε στις 8:53 μ.μ. Τη στιγμή εκείνη οι μάρτυρες έλαβαν την εντολή να αποχωρήσουν από την αίθουσα.
«Δεν αντλούμε καμία χαρά από το ότι δικαιωθήκαμε», ανέφεραν οι δικηγόροι της σε ανακοίνωσή τους, «αλλά οι ανησυχίες που εξέφρασε η κα Πάικ αποδείχθηκαν αληθινές: δυσκολία στην πρόσβαση σε φλέβα, σπασμένη φλέβα, αλλοιωμένη πεντοβαρβιτάλη, απουσία διαθέσιμης επείγουσας ιατρικής φροντίδας όταν τα πράγματα αναπόφευκτα πηγαίνουν στραβά, όλα υπό ένα πρωτόκολλο που παραμένει τυλιγμένο στη μυστικότητα».
Η χαοτική νύχτα εκτυλίχθηκε μετά από ένα μπαράζ δικαστικών αποφάσεων της τελευταίας στιγμής σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι οποίες ανέστειλαν προσωρινά - και στη συνέχεια επανέφεραν - την προγραμματισμένη εκτέλεση της Πάικ.
Αρκετοί μάρτυρες δήλωσαν ότι η Πάικ μίλησε για το ότι τρέφει αγάπη ακόμη και για όσους τη μισούν, και για το πώς ανυπομονούσε να είναι επιτέλους ελεύθερη. Είχε έναν πνευματικό σύμβουλο στο πλευρό της και έκλεισε λέγοντας, «Αυτή είναι μια ευτυχισμένη μέρα», δήλωσε η Κιμ Τσάντλερ, δημοσιογράφος του Associated Press.
Ωστόσο, η εκτέλεση σύντομα φάνηκε πως δεν θα προχωρούσε.
«Όταν φύγαμε από το κτίριο, δεν ξέραμε αν ήταν ακόμα ζωντανή», δήλωσε ένας από τους μάρτυρες. «Μεγάλο μέρος αυτής της εκτέλεσης, ή της απόπειρας εκτέλεσης, ή οτιδήποτε ήταν αυτό, συνέβη χωρίς να μπορούμε να δούμε», δήλωσε ο Στίβεν Χέιλ, δημοσιογράφος για την Nashville Banner.
Η προηγούμενη «αποτυχία» και τα αιτήματα των γιατρών για ένα νέο πρωτόκολλο
Αξίζει να σημειωθεί πως τον Μάιο το Τενεσί απέτυχε στην προγραμματισμένη εκτέλεση ακόμη ενός καταδικασμένου δολοφόνου, του Τόνι Κάραθερς, στην ίδια φυλακή του Νάσβιλ.
Σε ανακοίνωσή της τότε, η Σωφρονιστική Υπηρεσία του Τενεσί είχε υποστηρίξει ότι το ιατρικό προσωπικό δεν είχε καταφέρει να βρεί μια εφεδρική φλέβα όπως απαιτείται από το πρωτόκολλο εκτέλεσης της πολιτείας. Αφού απέτυχε συνολικά η διαδικασία, οι αξιωματούχοι τελικά ματαίωσαν την εκτέλεση.
Η Μαρία ΝτεΛιμπεράτο, συνήγορος του μελλοθάνατου, περιέγραψε αργότερα στα μέσα ενημέρωσης πώς ο Κάραθερς είχε ματώσει και υπέφερε από τον πόνο, κάνοντας λόγο για ένα φριχτό θέαμα.
Δύο μήνες μετά το περιστατικό, περισσότεροι από 40 γιατροί και νοσηλευτές έστειλαν επιστολή στον Λι, εκλιπαρώντας τον να σταματήσει τις εκτελέσεις στην πολιτεία και να καταρτίσει ένα πρωτόκολλο που δεν θα απαιτεί τη συμμετοχή επαγγελματιών υγείας στη θανάτωση.
«Εάν το Τενεσί πρόκειται να συνεχίσει να εκτελεί κραouμένους, πρέπει να βρει έναν τρόπο να το κάνει που να μην προκαλεί σοβαρό πόνο και οδύνη στο άτομο που εκτελείται και να μην απαιτεί τη συμμετοχή επαγγελματιών υγείας αντίθετα προς τις ηθικές τους υποχρεώσεις», έγραψαν.
Κατά τη διάρκεια μιας τριήμερης αποδεικτικής ακρόασης τον Αύγουστο, οι δικηγόροι της Πάικ είχαν επίσης αμφισβητήσει το πρωτόκολλο θανατηφόρου ένεσης της πολιτείας, επισημαίνοντας την υπόθεση Κάραθερς.
Ποια είναι η Κρίστα Πάικ: το ειδεχθές έγκλημα και η κακοποίησή της από την ηλικία των δύο ετών
Η υπόθεση της Πάικ προσέλκυσε διεθνή προσοχή εν μέσω μιας έξαρσης των εκτελέσεων σε εθνικό επίπεδο, λόγω μιας σειράς εξαιρετικών περιστάσεων: ότι η Πάικ ήταν γυναίκα, ότι διέπραξε το έγκλημα ως έφηβη και ότι πριν από τη δολοφονία, είχε περάσει τη ζωή της υποφέροντας από ψυχική ασθένεια και επαναλαμβανόμενη σεξουαλική κακοποίηση.
Από τους περισσότερους από 200 ανθρώπους που καταδικάστηκαν σε θάνατο στη σύγχρονη εποχή, μόνο οκτώ ήταν μόλις 18 ετών κατά τη στιγμή του αδικήματός τους, είχαν γράψει οι δικηγόροι της Πάικ στην αίτηση απονομής χάριτος. Οι θανατικές καταδικες των άλλων επτά ατόμων - έκαστος εκ των οποίων ήταν άνδρας - τελικά ακυρώθηκαν.
Η προγραμματισμένη ημερομηνία εκτέλεσης της Πάικ ήρθε περισσότερα από 31 χρόνια μετά τη νύχτα του Ιανουαρίου του 1995, όταν η ίδια και άλλοι δύο έφηβοι - το αγόρι της και ένα άλλο κορίτσι - παρέσυραν τη Σλέμερ σε μια δασώδη περιοχή στο Νοξβίλ και στη συνέχεια τη βασάνισαν και τη σκότωσαν. Οι έφηβοι γνωρίζονταν μεταξύ τους μέσω του προγράμματος κατάρτισης Knoxville Job Corps, και οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Πάικ πίστευε ότι η Σλέμερ ενδιαφερόταν για το αγόρι της.
Η αποκρουστική φύση της δολοφονίας - οι δράστες χάραξαν πεντάλφα στο στήθος του θύματος - έλαβε μεγάλη δημοσιότητα από τα μέσα ενημέρωσης εκείνη την εποχή. Η Πάικ παραδέχτηκε ότι χτύπησε το κορίτσι στο κεφάλι με ένα κομμάτι ασφάλτου, έκοψε τον λαιμό της και πήρε ένα κομμάτι από το κρανίο της ως ενθύμιο, σύμφωνα με τα αρχεία.
«Ήμουν ένα ψυχικά άρρωστο 18χρονο παιδί. Μου πήρε πολλά χρόνια ακόμη και για να συνειδητοποιήσω τη σοβαρότητα αυτού που είχα κάνει. Ακόμη περισσότερα για να αποδεχτώ πόσες ζωές επηρέασα. Πήρα τη ζωή του παιδιού, της αδερφής, της φίλης κάποιου. Με αηδιάζει τώρα να σκέφτομαι ότι είχα την ικανότητα να διαπράξω ένα τέτοιο έγκλημα», έχει δηλώσει η Πάικ.
Από τους τρεις εφήβους που ήταν παρόντες στη δολοφονία, η Πάικ ήταν η μόνη στην οποία απαγγέλθηκαν κατηγορίες που επισύρουν τη θανατική ποινή. Ο φίλος της, Ταντάριλ Σιπ (Tadaryl Shipp), δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για θανατική καταδίκη επειδή ήταν 17 ετών. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και είναι πλέον επιλέξιμος για υφ' όρων απόλυση. Το άλλο έφηβο κορίτσι, η Σαντόλα Πίτερσον κατέθεσε εναντίον της Πάικ και του Σιπ και έλαβε αναστολή ποινής.
Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, η Πάικ καταδικάστηκε επίσης για απόπειρα ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού σε επίθεση στις 24 Αυγούστου 2001 εναντίον άλλης κρατούμενης.
Τους τελευταίους μήνες οι δικηγόροι της προσπαθούσαν να της σώσουν τη ζωή: Σε μια αίτηση απονομής χάριτος 226 σελίδων, η νομική της ομάδα περιέγραψε λεπτομερώς μια παιδική ηλικία σημαδεμένη από παραμέληση, σεξουαλική κακοποίηση και επαναλαμβανόμενες αποτυχίες των ενηλίκων και των θεσμών να την προστατεύσουν από βλάβες.
Μεταξύ δύο και πέντε ετών, η Πάικ υπήρξε επανειλημμένα θύμα σεξουαλικής επίθεσης από τον φίλο μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με την αίτηση. Οι δικηγόροι περιγράφουν λεπτομερώς πώς, σε ηλικία 11 ετών, δέχτηκε σεξουαλική επίθεση από έναν γείτονα ο οποίος συνελήφθη. Σε ηλικία 17 ετών, πάλι, η Πάικ βιάστηκε από έναν άγνωστο στη Βόρεια Καρολίνα. Ο άνδρας δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ ούτε διώχθηκε ποινικά.































