Ανησυχία προκαλούν τα αποτελέσματα της διεθνούς αξιολόγησης PISA για το 2025, καθώς αρκετές από τις χώρες που παραδοσιακά θεωρούνται ισχυρές εκπαιδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης καταγράφουν σημαντική υποχώρηση στις επιδόσεις των 15χρονων μαθητών.
Όπως αναφέρει ο Guardian, η νέα έκδοση της μελέτης, η οποία εξετάζει κατά πόσο οι έφηβοι μπορούν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες που αποκτούν στο σχολείο σε πραγματικές συνθήκες, καταγράφει ιδιαίτερα ανησυχητικές επιδόσεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία αλλά και τη Φινλανδία.
Η πτωτική πορεία είχε αρχίσει ήδη πριν από την πανδημία, με την περίοδο της Covid-19 να επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Εκπαιδευτικοί και ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι τα προβλήματα δεν περιορίζονται στις απώλειες μάθησης της πανδημίας, αλλά συνδέονται με βαθύτερες και διαχρονικές αδυναμίες των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Στον αντίποδα, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται να αντιστέκεται στη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση υποχώρησης.
Γερμανία: Επιστρέφει το «σοκ της PISA»
Στη Γερμανία, τα αποτελέσματα επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η χώρα, η οποία είχε γνωρίσει το λεγόμενο «σοκ της PISA» το 2000, όταν οι χαμηλές επιδόσεις είχαν προκαλέσει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, καταγράφει πλέον εκ νέου σημαντικές απώλειες.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα προβληματική στις βασικές δεξιότητες. Περίπου ένας στους τρεις μαθητές εμφανίζεται να μην διαθέτει επαρκές επίπεδο στην ανάγνωση και τα μαθηματικά, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις παρουσιάζει ανεπαρκείς επιδόσεις στις φυσικές επιστήμες. Περίπου ένας στους πέντε 15χρονους εμφανίζεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες και στους τρεις τομείς.
Ο Samuel Greiff, συντονιστής της γερμανικής μελέτης PISA, εξέφρασε ανησυχία για την αύξηση του αριθμού των νέων που δεν διαθέτουν βασικές δεξιότητες απαραίτητες τόσο για την καθημερινή ζωή όσο και για την ένταξη στην αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η σχέση ανάμεσα στην επίδοση των μαθητών και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η γερμανική πλευρά, μόλις το 2% των μαθητών από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος φτάνει σε υψηλά επίπεδα επίδοσης, έναντι 25% των μαθητών από οικογένειες υψηλότερου εισοδήματος.
Ο Greiff σημείωσε ότι σε άλλες χώρες η εκπαιδευτική επιτυχία εμφανίζει μικρότερη εξάρτηση από το οικογενειακό υπόβαθρο, γεγονός που επαναφέρει στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων.
Λιγότερο διάβασμα, περισσότερη εξάρτηση από τις οθόνες
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει στη γερμανική περίπτωση είναι η σχέση των εφήβων με το διάβασμα.
Οι μαθητές που δηλώνουν ότι διαβάζουν αποκλειστικά όταν είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν φτάνουν περίπου τους μισούς. Παράλληλα, η ανάγνωση για ευχαρίστηση έχει υποχωρήσει αισθητά, ενώ η μείωση στην κατανόηση κειμένου είναι αξιοσημείωτη ακόμη και μεταξύ μαθητών από κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχες περιοχές.
Η υπουργός Παιδείας Karin Prien χαρακτήρισε τα αποτελέσματα αιτία για επείγουσα δράση, συνδέοντας μεταξύ άλλων την υποχώρηση των επιδόσεων με την υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η γερμανική κυβέρνηση έχει προαναγγείλει νέα μέτρα με στόχο την προστασία των μικρότερων παιδιών.
Ολλανδία: Ιστορικό χαμηλό στην ανάγνωση
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στην Ολλανδία, όπου οι επιδόσεις στην ανάγνωση έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Το 39% των 15χρονων δεν διαθέτει πλέον τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για να ανταποκριθεί σε σύνθετες καθημερινές απαιτήσεις, όπως η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας πηγής ή η κατανόηση κειμένων μεγαλύτερης έκτασης. Το αντίστοιχο ποσοστό στην προηγούμενη αξιολόγηση του 2022 ήταν 33%.
Η υποχώρηση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή σε βάθος δεκαετίας. Η επίδοση των Ολλανδών μαθητών στην ανάγνωση έχει μειωθεί κατά περισσότερες από 60 μονάδες, εξέλιξη που οι ερευνητές θεωρούν ιδιαίτερα σοβαρή.
Στα μαθηματικά η πτώση είναι μικρότερη, ωστόσο η επίδοση βρίσκεται επίσης σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, μόλις οριακά πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχη υποχώρηση καταγράφεται και στις φυσικές επιστήμες.
Το ολλανδικό υπουργείο Παιδείας αναγνώρισε ότι η εικόνα δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί αποκλειστικά στις συνέπειες της πανδημίας, αλλά παραπέμπει σε ένα βαθύτερο, διαρθρωτικό πρόβλημα.
Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις στην Ολλανδία υποστηρίζουν ότι η αντιμετώπιση της πτώσης των επιδόσεων δεν μπορεί να περιοριστεί σε αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών ή σε νέες εξετάσεις.
Το συνδικάτο εκπαιδευτικών AOb συνδέει την κατάσταση με τις ελλείψεις προσωπικού, τις ακυρώσεις μαθημάτων και την αυξανόμενη επιβάρυνση των εκπαιδευτικών. Όπως υποστηρίζει, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ο υψηλός φόρτος εργασίας οδηγούν έμπειρους εκπαιδευτικούς στην έξοδο από το επάγγελμα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Γαλλία και Φινλανδία αντιμέτωπες με την ίδια τάση
Η υποχώρηση δεν περιορίζεται στη Γερμανία και την Ολλανδία. Στη Γαλλία οι επιδόσεις χαρακτηρίζονται επίσης ως οι χαμηλότερες που έχουν καταγραφεί ποτέ στη συγκεκριμένη αξιολόγηση.
Ακόμη πιο συμβολική είναι η περίπτωση της Φινλανδίας. Η χώρα αποτέλεσε επί χρόνια σημείο αναφοράς στις διεθνείς συζητήσεις για την ποιότητα της εκπαίδευσης, ωστόσο και εκεί οι επιδόσεις των μαθητών έχουν υποχωρήσει σημαντικά.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα, αλλά αποτελεί ευρύτερη πρόκληση για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Από την πανδημία στις βαθύτερες αιτίες
Η πανδημία επιδείνωσε την κατάσταση, όμως οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν αποτελεί τη μοναδική εξήγηση.
Μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται είναι οι χρόνιες ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι συχνές αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα, η αδυναμία διατήρησης επαρκούς έμφασης στις βασικές δεξιότητες, αλλά και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση των smartphones και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει ανοίξει μια νέα συζήτηση για την ικανότητα συγκέντρωσης των μαθητών. Η παραδοσιακή, «βαθιά» ανάγνωση φαίνεται να ανταγωνίζεται πλέον την αδιάκοπη ροή σύντομου ψηφιακού περιεχομένου.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τις σχολικές επιδόσεις. Αφορά την ικανότητα των νέων να κατανοούν πληροφορίες, να αξιολογούν πηγές, να λύνουν προβλήματα και να χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους στην καθημερινή ζωή.
Ένα ευρωπαϊκό «καμπανάκι»
Τα αποτελέσματα της PISA 2025 αναδεικνύουν ένα κοινό πρόβλημα για αρκετές ευρωπαϊκές χώρες: ένα αυξανόμενο τμήμα των μαθητών φτάνει στην ηλικία των 15 ετών χωρίς τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Για χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Φινλανδία, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πρόκειται για εκπαιδευτικά συστήματα με μακρά παράδοση και υψηλές προσδοκίες.
Η νέα αξιολόγηση μεταφέρει έτσι τη συζήτηση πέρα από τις επιδόσεις στις εξετάσεις: το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο το σχολείο καταφέρνει να εξοπλίσει τους νέους με τις γνώσεις και τις δεξιότητες που χρειάζονται για να κατανοούν τον κόσμο γύρω τους και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής.
































