Ένα εκτενές οδοιπορικό του New Yorker καταγράφει την εντυπωσιακή άνοδο της Κίνας, αλλά και τις αντιφάσεις που μπορεί να ανακόψουν την πορεία της. Η εικόνα που μεταφέρει από το Πεκίνο ο δημοσιογράφος Evan Osnos είναι εκείνη μιας χώρας που δεν αρκείται πλέον στον ρόλο του «εργοστασίου του κόσμου». Η Κίνα φιλοδοξεί να γίνει το εργαστήριο του μέλλοντος και επενδύει συντονισμένα στις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την οικονομική και γεωπολιτική ισχύ των επόμενων δεκαετιών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το άρθρο, οι δύο υπερδυνάμεις έχουν υιοθετήσει διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης. Η Ουάσιγκτον στηρίζεται κυρίως στις μεγάλες εταιρείες της Silicon Valley, ενώ το Πεκίνο εφαρμόζει μια συνολική βιομηχανική πολιτική, κινητοποιώντας κρατικούς πόρους, πανεπιστήμια, εργαστήρια, επιχειρήσεις και τοπικές κυβερνήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Η Κίνα παράγει τουλάχιστον το 70% των drones, των ηλεκτρικών οχημάτων, των μπαταριών λιθίου και των φωτοβολταϊκών κυψελών παγκοσμίως. Εγκαθιστά περισσότερα βιομηχανικά ρομπότ από όλες τις υπόλοιπες χώρες μαζί, ενώ η BYD έχει ξεπεράσει την Tesla και αναδειχθεί στον μεγαλύτερο κατασκευαστή ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο.
Το «Hyperfactory» της Xiaomi στο Πεκίνο
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Hyperfactory» της Xiaomi στο Πεκίνο. Το εργοστάσιο, έκτασης περίπου εκατό γηπέδων ποδοσφαίρου, κατασκευάστηκε μέσα σε δεκατέσσερις μήνες. Περίπου 700 ρομπότ και 127 αυτόνομα οχήματα μεταφοράς ανταλλακτικών συνθέτουν μια σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένη γραμμή παραγωγής, από την οποία βγαίνει ένα ολοκληρωμένο αυτοκίνητο κάθε 76 δευτερόλεπτα.
Ανάλογη δυναμική καταγράφεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Εταιρείες όπως η DeepSeek και η Moonshot έχουν παρουσιάσει μοντέλα με επιδόσεις συγκρίσιμες με εκείνες αμερικανικών ανταγωνιστών, αλλά με σημαντικά χαμηλότερο κόστος. Οι περιορισμοί των ΗΠΑ στην εξαγωγή προηγμένων μικροτσίπ φαίνεται ότι ανάγκασαν τις κινεζικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν οικονομικότερες και αποδοτικότερες λύσεις.
Σε αντίθεση με αρκετές αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες επικεντρώνονται στη δημιουργία μιας γενικής τεχνητής νοημοσύνης, οι κινεζικές επιχειρήσεις δίνουν προτεραιότητα στις άμεσες εμπορικές εφαρμογές. Η ΤΝ χρησιμοποιείται ήδη για τον έλεγχο προϊόντων στις γραμμές παραγωγής, τον εντοπισμό ενεργειακών απωλειών και τη διάγνωση προβλημάτων σε βιομηχανικό εξοπλισμό. Εργασίες που απαιτούσαν ώρες ανθρώπινης ανάλυσης μπορούν πλέον να ολοκληρωθούν μέσα σε λίγα λεπτά.
Η πρόοδος δεν περιορίζεται στη μεταποίηση. Η Κίνα έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ στον αριθμό των καταχωρισμένων κλινικών δοκιμών, ενώ οι κινεζικές εταιρείες παράγουν σχεδόν το ένα τρίτο των νέων υποψήφιων φαρμάκων παγκοσμίως. Πειραματική αντικαρκινική θεραπεία της κινεζικής Akeso εμφάνισε καλύτερα αποτελέσματα από το Keytruda της αμερικανικής Merck, μία από τις σημαντικότερες θεραπείες της διεθνούς αγοράς.
Το άρθρο επισημαίνει ότι το Πεκίνο αύξησε τη χρηματοδότηση της επιστήμης την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση περιέκοπτε ερευνητικά κονδύλια. Παράλληλα, χιλιάδες επιστήμονες κινεζικής καταγωγής εγκατέλειψαν τις ΗΠΑ, εξαιτίας της καχυποψίας, των διώξεων και της μείωσης των διαθέσιμων πόρων. Πολλοί επέστρεψαν σε κινεζικά πανεπιστήμια και εργαστήρια, όπου τους προσφέρθηκαν σύγχρονες υποδομές και υψηλή χρηματοδότηση.
Η μετατόπιση αποτυπώνεται και στο παγκόσμιο εμπόριο. Το 2001, τέσσερις στις πέντε χώρες εμπορεύονταν περισσότερο με τις ΗΠΑ παρά με την Κίνα. Μέχρι το 2023 η εικόνα είχε αντιστραφεί: επτά στις δέκα χώρες είχαν μεγαλύτερες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Οι αμερικανικοί δασμοί δεν ανέκοψαν αυτή την πορεία, καθώς το Πεκίνο ανακατεύθυνε τις εξαγωγές του και κατέγραψε εμπορικό πλεόνασμα ρεκόρ.
Ωστόσο, πίσω από την εντυπωσιακή βιτρίνα υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες. Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων άφησε δεκάδες εκατομμύρια κατοικίες άδειες, η ανεργία των νέων παραμένει υψηλή και η αισιοδοξία των πολιτών έχει υποχωρήσει. Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης οξύ δημογραφικό πρόβλημα, καθώς η πολιτική του ενός παιδιού συνέβαλε στη γήρανση και στη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού.
Ταυτόχρονα, η τεχνολογία αποτελεί μέσο πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου. Συστήματα αναγνώρισης προσώπου και συναισθημάτων παρακολουθούν εργαζομένους, μαθητές και πολίτες, ενώ η κρατική εξουσία υπερισχύει της επιχειρηματικής αυτονομίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να διατηρήσει την καινοτομία χωρίς να την περιορίσει μέσα από την ανάγκη του για απόλυτο έλεγχο.
Τελικά κολλούσε ο κορωνοϊός από τα χαρτονομίσματα;
Το 2020, στους πρώτους μήνες της πανδημίας, ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν πολίτες, επιχειρήσεις και αρχές ήταν κατά πόσο ο κορωνοϊός μπορούσε να μεταδοθεί μέσω αντικειμένων και επιφανειών. Τα χαρτονομίσματα βρέθηκαν αναπόφευκτα στο επίκεντρο της συζήτησης, καθώς περνούν καθημερινά από χέρι σε χέρι. Έξι χρόνια αργότερα, η επιστημονική γνώση επιτρέπει μια πληρέστερη αξιολόγηση των εκτιμήσεων που διατυπώνονταν τότε.
Τον Απρίλιο του 2020, ο Fabio Panetta, τότε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και από το 2023 κεντρικός τραπεζίτης της Ιταλίας, υποστήριζε ότι τα τραπεζογραμμάτια δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερα σημαντικό κίνδυνο μόλυνσης σε σύγκριση με άλλες επιφάνειες της καθημερινότητας.
Η ΕΚΤ επικαλούνταν εργαστηριακές αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες οι κορωνοϊοί μπορούσαν να επιβιώσουν ευκολότερα σε ανοξείδωτο ατσάλι, όπως για παράδειγμα σε ένα χερούλι πόρτας, παρά στα βαμβακερά τραπεζογραμμάτια του ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίαζε, τα ποσοστά επιβίωσης μπορούσαν να είναι 10 έως 100 φορές υψηλότερα στο ατσάλι κατά τις πρώτες ώρες μετά τη μόλυνση της επιφάνειας.
Η θέση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία εκείνη την περίοδο. Η ανησυχία για τη μετάδοση μέσω επιφανειών είχε οδηγήσει σε εκτεταμένες απολυμάνσεις, ενώ αρκετές επιχειρήσεις ενθάρρυναν τις ανέπαφες πληρωμές και τη χρήση καρτών αντί μετρητών.
Με τα δεδομένα που διαθέτουμε το 2026, το βασικό συμπέρασμα της ΕΚΤ για τα χαρτονομίσματα δεν φαίνεται να έχει ανατραπεί. Αντίθετα, η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης ενίσχυσε την εκτίμηση ότι η μετάδοση του SARS-CoV-2 μέσω επιφανειών δεν αποτέλεσε βασικό μηχανισμό εξάπλωσης της COVID-19.
Το 2021, ερευνητές του Ruhr University Bochum, σε συνεργασία με ειδικούς της ΕΚΤ και με μερική χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα, εξέτασαν όχι μόνο πόσο μπορούσε να επιβιώσει ο SARS-CoV-2 πάνω σε κέρματα και τραπεζογραμμάτια ευρώ, αλλά και το σημαντικότερο ερώτημα: κατά πόσο μπορούσε να μεταφερθεί από τα χρήματα στο ανθρώπινο δέρμα.
Τα αποτελέσματα είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε επιφάνεια ανοξείδωτου χάλυβα ανιχνευόταν ακόμη μολυσματικός ιός έπειτα από επτά ημέρες. Στο χαρτονόμισμα των 10 ευρώ δεν ήταν πλέον ανιχνεύσιμος μετά από τρεις ημέρες, ενώ σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφηκαν και μεταξύ των διαφορετικών κερμάτων. Στο κέρμα των 5 λεπτών, για παράδειγμα, ο μολυσματικός ιός δεν ανιχνευόταν μετά από μόλις μία ώρα, γεγονός που αποδόθηκε στην παρουσία χαλκού.
Ακόμη πιο ουσιαστικό ήταν το πείραμα μεταφοράς. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δάχτυλα και τεχνητό δέρμα για να εξετάσουν πόσος μολυσματικός ιός μπορούσε πραγματικά να περάσει από μολυσμένα χρήματα στην επιφάνεια του δέρματος. Διαπίστωσαν ότι αμέσως μετά το στέγνωμα του υγρού η μεταφορά μολυσματικού ιού ήταν πρακτικά αμελητέα. Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν ότι, υπό ρεαλιστικές συνθήκες, η πιθανότητα μόλυνσης με SARS-CoV-2 μέσω μετρητών ήταν πολύ χαμηλή.
Σε ανάλογη κατεύθυνση κινήθηκε και η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία πραγματοποίησε δικό της εργαστηριακό πείραμα το 2020. Οι ερευνητές τοποθέτησαν πάνω σε τραπεζογραμμάτια υψηλή ποσότητα ενός αντιπροσωπευτικού κορωνοϊού — περισσότερες από 200.000 μονάδες — ώστε να δημιουργήσουν ένα σενάριο που προσέγγιζε περίπτωση κατά την οποία κάποιος θα έβηχε ή θα φτερνιζόταν απευθείας πάνω σε ένα χαρτονόμισμα. Η ίδια η Τράπεζα της Αγγλίας χαρακτήρισε τις συνθήκες αυτές ως ένα πιθανό αλλά ουσιαστικά δυσμενές σενάριο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ταχεία μείωση του ιού. Έπειτα από έξι ώρες παρέμενε στα τραπεζογραμμάτια το πολύ περίπου το 5% του αρχικού ιικού φορτίου, ενώ μετά από 24 ώρες το επίπεδο είχε πέσει κάτω από το 1%. Πέντε ημέρες αργότερα ο ιός μπορούσε να ανιχνευθεί μόνο σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η μείωση ήταν παρόμοια τόσο στα χάρτινα όσο και στα πολυμερή βρετανικά τραπεζογραμμάτια.
Με αυτή τη γνώση πλέον διαθέσιμη η σημαντική διαφοροποίηση αφορά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται πλέον ο κίνδυνος. Στις αρχές της πανδημίας δόθηκε μεγάλη έμφαση στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ιός μπορούσε να παραμείνει ανιχνεύσιμος ή βιώσιμος πάνω σε διαφορετικά υλικά. Στην πορεία έγινε σαφέστερο ότι η εργαστηριακή επιβίωση ενός ιού σε μια επιφάνεια δεν συνεπάγεται αυτομάτως σημαντικό κίνδυνο μετάδοσης στην καθημερινή ζωή.
Για να πραγματοποιηθεί μετάδοση μέσω ενός χαρτονομίσματος απαιτείται μια σειρά διαδοχικών γεγονότων. Επαρκής ποσότητα βιώσιμου ιού πρέπει αρχικά να καταλήξει πάνω στο τραπεζογραμμάτιο, να παραμείνει εκεί μέχρι να το αγγίξει κάποιος άλλος, να μεταφερθεί στα χέρια του και στη συνέχεια σε ευάλωτους βλεννογόνους, όπως η μύτη, το στόμα ή τα μάτια. Σε κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας μειώνεται η ποσότητα του ιού που μπορεί τελικά να μεταφερθεί.
Η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με την εικόνα των πρώτων μηνών του 2020 αφορά, ωστόσο, τη βαρύτητα που αποδίδεται στην αερογενή μετάδοση. Η συσσώρευση επιστημονικών δεδομένων ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο των αναπνευστικών σωματιδίων και των αερολυμάτων, ιδιαίτερα σε κλειστούς χώρους με ανεπαρκή αερισμό και κατά την παρατεταμένη επαφή με μολυσμένα άτομα.
Υπό αυτό το πρίσμα, αρκετές πρακτικές της πρώτης περιόδου της πανδημίας, όπως η συνεχής απολύμανση αντικειμένων και συσκευασιών ή η έντονη ανησυχία για τα μετρητά, αποδείχθηκαν ότι αφορούσαν μια μικρότερης σημασίας οδό μετάδοσης σε σχέση με την έκθεση σε μολυσματικά σωματίδια στον αέρα.
Η στάση της ΕΚΤ πρέπει παράλληλα να εξετάζεται και στο πλαίσιο του θεσμικού της ρόλου. Το Ευρωσύστημα είχε την ευθύνη να εξασφαλίσει την αδιάλειπτη διαθεσιμότητα των μετρητών και τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών σε συνθήκες πρωτοφανούς αβεβαιότητας. Η αποτροπή αδικαιολόγητου φόβου γύρω από τη χρήση των τραπεζογραμματίων αποτελούσε συνεπώς και ζήτημα ομαλής λειτουργίας της οικονομίας.
Εν έτη 2026 ξέρουμε πλέον πως η ΕΚΤ βρισκόταν κοντά στη μεταγενέστερη επιστημονική εκτίμηση ως προς τον περιορισμένο κίνδυνο των χαρτονομισμάτων στη μετάδοση του κορωνοϊού.






























