Η κρίση στη Μέση Ανατολή λόγω του πολέμου στο Ιράν και τα προβλήματα στη διέλευση πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ έχουν οδηγήσει αρκετές ασιατικές χώρες να στραφούν πιο ενεργά προς τη Ρωσία, αναζητώντας εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, χώρες όπως το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη, οι Φιλιππίνες, η Ινδονησία και η Σρι Λάνκα εντείνουν τις κινήσεις τους για εξασφάλιση ρωσικού αργού, είτε μέσω νέων συμφωνιών είτε επαναφέροντας παλαιότερες εμπορικές σχέσεις.
Η μετατόπιση αυτή συνδέεται και με τις ευρύτερες αλλαγές που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς οι ευρωπαϊκές αγορές έχουν απομακρυνθεί από τη Μόσχα. Σήμερα, η Ινδία και η Κίνα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του ρωσικού πετρελαίου, καλύπτοντας περίπου το 80% των εξαγωγών, ενώ σημαντικό ρόλο εξακολουθεί να διατηρεί και η Τουρκία. Ωστόσο, η πρόσφατη αναστάτωση στις διεθνείς ροές ενέργειας έχει φέρει στο προσκήνιο νέους αγοραστές, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμες ποσότητες.
Όπως επισημαίνουν ρωσικές πηγές, η ζήτηση παρουσιάζει αισθητή άνοδο, ιδιαίτερα από χώρες που αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, άφησε να εννοηθεί ότι ενδέχεται να προκύψουν πιέσεις στην αγορά, εφόσον η κατανάλωση συνεχίσει να αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό, δημιουργώντας συνθήκες όπου η προσφορά δυσκολεύεται να καλύψει τη ζήτηση.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη παίζει και η σημαντική μείωση της παγκόσμιας προσφοράς, καθώς ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής επηρεάζεται από τη σύγκρουση και τους περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο. Το γεγονός αυτό έχει συμβάλει στην άνοδο των τιμών, από την οποία η Ρωσία επωφελείται, ιδίως σε συνδυασμό με πρόσκαιρες χαλαρώσεις σε ορισμένους περιορισμούς που αφορούν τις εξαγωγές της.
Παρά τα αυξημένα έσοδα –καθώς οι ενεργειακές εξαγωγές αποτελούν βασικό πυλώνα των δημόσιων οικονομικών της– η Μόσχα δεν έχει απεριόριστη δυνατότητα να ενισχύσει την παραγωγή και τις εξαγωγές της. Επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, αλλά και τεχνικοί περιορισμοί, έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθέσιμη εξαγωγική ικανότητα, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για πιθανές ελλείψεις.
Στο μεταξύ, ορισμένες χώρες κινούνται ήδη πιο αποφασιστικά. Οι Φιλιππίνες, για παράδειγμα, επανεκκίνησαν εισαγωγές ρωσικού αργού μετά από αρκετά χρόνια, με φορτία που κατέληξαν σε εγχώριες εγκαταστάσεις διύλισης. Αντίστοιχα, η Ταϊλάνδη εξετάζει το ενδεχόμενο σύναψης συμφωνιών, ενώ και στη Σρι Λάνκα βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές διαβουλεύσεις.
Παράλληλα, το Βιετνάμ επιδιώκει πιο μακροπρόθεσμη ενεργειακή συνεργασία με τη Ρωσία, με στόχο τη σταθερή τροφοδοσία της οικονομίας του. Οι επαφές αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική των ασιατικών χωρών να διαφοροποιήσουν τις πηγές ενέργειας και να περιορίσουν τους κινδύνους που απορρέουν από τις γεωπολιτικές εντάσεις.
Με πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ





























