Αύριο κάποιες χώρες– μαζί τους κι η Ελλάδα- θα τιμήσουν τις μητέρες – σε άλλα σημεία του πλανήτη η ημερομηνία της γιορτής είναι διαφορετική, το νόημα ωστόσο υποτίθεται ότι είναι παντού το ίδιο, παρόλο που μέσα στις δεκαετίες μοιάζει να χάνεται κάτω από τα εμπορικά δωράκια και τις φασόν καρτούλες «στην καλύτερη μαμά του κόσμου». Αν όμως θελήσουμε στα σοβαρά να μιλήσουμε για την μητρότητα, μάλλον θα δούμε μια ιστορία χωρίς ροζ και γαλάζιες κορδελίτσες, αλλά με πολύ ιδρώτα, κόπο κι αγωνία.
«Μια μέρα μιας Μαίρης» ήταν ο τίτλος του τραγουδιού του Λουκιανού Κηλαηδόνη, που το 1982 περιέγραφε την καθημερινότητα της Μαίρης Παναγιωταρά, μιας «εργαζόμενης μητέρας, μιας καλής νοικοκυράς». Η Μαίρη έτρεχε νυχθημερόν να τα προλάβει όλα – και τα παιδιά και τη δουλειά και τον «πασά»- ενώ το αφεντικό της έπιανε και τον κω… «Δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ, το καταπληκτικό, είμαι ένα ζώον δηλαδή κανονικό». Για τις γυναίκες της γενιάς μου – που ήταν παιδιά τη δεκαετία του 80- το τραγούδι έγινε ένας ύμνος προς την ελευθερία, ένα σάλπισμα χειραφέτησης, αφού καμιά μας δεν ήθελε ούτε μια μέρα από τη ζωή μιας Μαίρης – κι όλες αγωνιστήκαμε σκληρά για αυτό. Στην πραγματικότητα, πως ζει σήμερα η κόρη της Μαίρης Παναγιωταρά στην Ελλάδα;
Η Ιωάννα Χουλιαρά είναι δημοσιογράφος, εδώ και μια 7ετία ασχολείται με θέματα γονεϊκότητας – τα τελευταία 5 χρόνια είναι η αρχισυντάκτρια του εξειδικευμένου site «themamagers.gr». Mητέρα και η ίδια ενός 9χρονου, είναι η πλέον κατάλληλη να μας πει που βρίσκεται σήμερα η κόρη της Μαίρης Παναγιωταρά; «Πλέον η κόρη της -που είναι κι εκείνη μαμά- έχει διπλάσιο mental load», μας λέει η Ιωάννα. «Η Παναγιωταρά του Κηλαηδόνη είχε να διαχειριστεί την κούραση και τις απαιτήσεις του συζύγου. Η σημερινή μαμά έχει να διαχειριστεί την κούραση, τις ενοχές το πνευματικό φορτίο που δεν μοιράζεται σχεδόν ποτέ. Οι μπαμπάδες μπορεί να συμμετέχουν περισσότερο, αλλά η μαμά παραμένει ο «Manager» του σπιτιού. Είναι αυτή που πρέπει να θυμάται πότε έχει εμβόλιο το παιδί, πότε έχει πάρτι ο συμμαθητής, πού είναι οι καθαρές κάλτσες, τι θα φάμε αύριο.
»Η σημερινή γυναίκα τρέχει με λιγότερα χρήματα λόγω της ακρίβειας, με περισσότερες προσδοκίες για το πώς πρέπει να είναι σαν εργαζόμενη, σαν μητέρα, σαν γυναίκα και με περισσότερες απογοητεύσεις. Κοινωνία και κράτος την πιέζουν να είναι η «τέλεια επαγγελματίας», η «σωστή μητέρα», η «περιποιημένη γυναίκα». Το παράδοξο είναι ότι η ίδια πλέον ξέρει πως δεν χρειάζεται να είναι τέλεια, αλλά το σύστημα την αναγκάζει να προσπαθεί, αλλιώς νιώθει ότι αποτυγχάνει.
Η «κόρη της Παναγιωταρά», η σημερινή μαμά, δεν χρειάζεται άλλα «μπράβο» για το πόσο αντέχει. Χρειάζεται ένα κράτος που να της επιτρέπει να είναι απλώς γονέας, χωρίς να εξαντλείται ψυχικά και σωματικά».
Η Στέλλα Κάσδαγλη είναι συγγραφέας, συνιδρύτρια της inc.lude (παρέχει υπηρεσίες συμβουλευτικής και επιμόρφωσης σε εταιρείες και οργανισμούς για θέματα Equity, Diversity & Inclusion) και του WHEN Equity Empowerment Change (ενός οργανισμού για την επαγγελματική ενδυνάμωση των γυναικών και την ισότητα στη δημόσια σφαίρα). Ανάμεσα στις αναρίθμητες δραστηριότητές της – από τη συγγραφή βιβλίων μέχρι δημόσιες ομιλίες- μεγαλώνει με τις δυο κόρες της στην Αθήνα. Τι απέγινε η κόρη της Μαίρης Παναγιωταρά, Στέλλα;
«Εξαρτάται από το πού βρίσκονται αυτές οι κόρες σήμερα», λέει η Κάσδαγλη. «Στις μεγάλες πόλεις, πολλές κάνουν όλα τους τα τηλεφωνήματα στο αυτοκίνητο, βάζουν τα παιδιά να δουν οθόνη όταν γυρίζουν σπίτι από τη δουλειά, για να πάρουν οι ίδιες μια ανάσα, τρέμουν μην αρρωστήσει το πιο μικρό γιατί η τηλεργασία δεν είναι πια ο κανόνας και οι γιαγιάδες δουλεύουν, φτιάχνουν viber groups με άλλες μαμάδες και μοιράζονται τα πηγαιν'έλα στα απογευματινά μαθήματα. Οι μπαμπάδες «βοηθάνε» πλέον πιο πολύ, αλλά κατά βάση οι ίδιες γνωρίζουν κάθε πότε πάει το παιδί για καθαρισμό δοντιών/για εμβόλιο/για οφθαλμολογικό έλεγχο -επίσης οι μπαμπάδες δεν ανοίγουν συνήθως τα viber groups. στην περιφέρεια, σπάνια αναφέρονται ως «εργαζόμενες» (παρότι είναι), διανύουν καθημερινά πολλές διαδρομές για να πάνε τα παιδιά σε σχολεία και φροντιστήρια, ανεξαρτήτων καιρικών συνθηκών και συχνά απομονώνονται εξίσου με τις μητέρες της πόλης, ακόμα κι αν βρίσκονται στο θεωρητικό «χωριό» που χρειαζόμαστε όλες για να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας».
Θεσμική μοναξιά
«Οι γονείς στην Ελλάδα σήμερα δεν μεγαλώνουν απλώς παιδιά, προσπαθούν κάθε μέρα να λύσουν ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα», αναφέρει η Χουλιαρά. «Τα οικονομικά, το ποιος θα κρατήσει το παιδί, το πώς θα ζητήσω άδεια επειδή αρρώστησε το παιδί. Μέσα από το themamagers.gr, τις αναζητήσεις των χρηστών μας και τα μηνύματα που δεχόμαστε, βλέπω ότι το κυρίαρχο συναίσθημα του σημερινού γονιού είναι η μοναξιά. Θεσμική μοναξιά. Το κράτος πιέζει τον εργαζόμενο γονιό να είναι παραγωγικός στη δουλειά και να μεγαλώνει σωστούς πολίτες ενώ την ώρα της πραγματικής ανάγκης τον αφήνει εντελώς αβοήθητο. Είναι σαν να του λέει ότι η ανατροφή του παιδιού του είναι ένα δικό του, αυστηρά ατομικό του πρόβλημα.
Οι ανάγκες, οι ρυθμοί, οι απαιτήσεις έχουν αλλάξει. Οι παππούδες δουλεύουν, αν υπάρχουν, ή είναι εξαντλημένοι. Η δομή όμως είναι σχεδιασμένη πάνω σε ένα μοντέλο οικογένειας που δεν υπάρχει πια, αφήνοντας τους γονείς εκτεθειμένους ανάμεσα στις επαγγελματικές απαιτήσεις και τις ανάγκες των παιδιών».
Καθόλου τυχαία η Ιωάννα απαντά με τη λέξει γονείς όταν τη ρωτώ για τις μητέρες και η Στέλλα ζητά να αντικαταστήσουμε τη λέξη μητρότητα με την γονεικότητα. «Φοβάμαι πως όσο οι όποιες κοινωνικές πολιτικές εστιάζουν αποκλειστικά στη μητρότητα, τόσο χάνουμε έδαφος αντί να κερδίζουμε», τονίζει. «Για να υποστηριχθεί στην πράξη η γονεϊκότητα, χρειαζόμαστε να αναλάβει η Πολιτεία μεγαλύτερος μέρος της αποζημίωσης των ατόμων (γυναικών και ανδρών) που παίρνουν άδειες γονεϊκότητας, χρειάζεται να εφαρμοστούν με τρόπο ουσιαστικό τα μέτρα για τη συμφιλίωση επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής στις επιχειρήσεις (ευελιξία, δικαίωμα αποσύνδεσης κλπ.) και βέβαια να μπορούν οι οικογένειες να έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές δομές παιδικής μέριμνας και προσχολικής αγωγής, που να συμβαδίζουν με κάποιον τρόπο με ένα (βιώσιμο) ωράριο εργασίας τους.
» Οι γυναίκες ζητούν και αναζητούν κοινότητες. Μπορεί ακόμα κι αυτές που φτιάχνουν με κόπο (στο σχολείο των παιδιών, στη γειτονιά) να τους φαίνονται λίγες, όμως νομίζω οι περισσότερες αναγνωρίζουμε ότι σχεδόν κάθε βδομάδα αποδεικνύονται σωτήριες. Αναζητούν, επίσης, διαδρομές για πιο ισότιμη κατανομή των ευθυνών μέσα στο σπίτι. Αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί οι έμφυλοι ρόλοι είναι βαθιά ριζωμένοι μέσα σε όλες και σε όλους μας και πολύ συχνά είναι δύσκολο ακόμα και σ' εμάς να ζητήσουμε βοήθεια ή να θέσουμε όρια. Γι' αυτό και, για να γίνει πραγματικότητα αυτή η ισοκατανομή, θα πρέπει να αρχίσουν να την (ανα)ζητούν και οι άνδρες».
Το σχολικό ωράριο, η αναγκαστική καταφυγή στους παππούδες σε ρόλο φροντιστή, το υπέρογκο κόστος για επαγγελματική εξωσχολική φροντίδα είναι μερικοί μόνο από τους σκοπέλους που καλούνται να ξεπεράσουν οι γονείς στην Ελλάδα – μαζί με την πανταχού παρούσα και ανελέητη ακρίβεια. Ταυτόχρονα, ειδικά οι μαμάδες έχουν να καταγάγουν μερικούς άθλους ακόμα, όπως μας λέει η Ιωάννα: «μια μητέρα που θηλάζει και επιστρέφει στη δουλειά αντιμετωπίζεται συχνά ως «βάρος» από τους εργοδότες. Δεν υπάρχουν υποδομές, δεν υπάρχει ουσιαστική προστασία του χρόνου της και του δικαιώματός της να αντλήσει γάλα για το βρέφος της. Ακόμα κι αν αξιοποιεί το «διάλλειμα θηλασμού» δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς χώροι για την άντληση και την αποθήκευση γάλακτος. Εξίσου τραγικό; Αν το παιδί σου ανεβάσει πυρετό, πρέπει να κάνεις τον «ταχυδακτυλουργό». Τι έχουμε; Άδεια άνευ αποδοχών, έξι μέρες τον χρόνο! Αυτό δεν καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες ενός μικρού παιδιού. Από τον Οκτώβρη μέχρι τον Ιανουάριο ίσως και μέχρι τον Απρίλη τα παιδιά αρρωσταίνουν συνέχεια. Για αυτό οι γυναίκες εξακολουθούν να φοβούνται να πουν «το παιδί μου είναι άρρωστο» στον εργοδότη τους, νιώθουν ότι θέτουν σε κίνδυνο τη θέση τους».
Πολλαπλά βάρη
Η Ελλάδα είναι μια χώρα που αναγνωρίζει το δημογραφικό ως πολύ σοβαρό πρόβλημα και ομνύει στην μητρότητα και τη γονεϊκότητα – εμπράκτως όμως πως στηρίζει η χώρα μας τις γυναίκες και τους άνδρες για να γίνουν γονείς; Ποιες είναι οι πολιτικές που εφαρμόζει ώστε τα ζευγάρια να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν; Ο Βύρων Κοτζαμάνης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών. «Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου οι άνθρωποι κάνουν λιγότερα παιδιά από όσα οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους, ωστόσο στη χώρα μας τα παιδιά που κάνουν τα ζευγάρια είναι λιγότερα από όσα επιθυμούν», λέει ο καθηγητής. «Σε όλες τις χώρες μεταπολεμικά έχουν γίνει αλλαγές με τη διάχυση του νέου μοντέλου οικογένειας, στη χώρα μας ωστόσο, μέχρι και πολύ πρόσφατα, αυτές οι αλλαγές δεν μας προβλημάτισαν καθόλου με αποτέλεσμα να μην πάρουμε κανένα μέτρο για να στηρίξουμε τα ζευγάρια και τις γυναίκες να κάνουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν και να έχουμε συνεχή μείωση των γεννήσεων από το 1980 και μετά».
Ο Κοτζαμάνης περιγράφει μια σειρά από αλλαγές που μεταμόρφωσαν ριζικά την Ελλάδα - αστικοποίηση, είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, αύξηση του χρόνου παραμονής στο εκπαιδευτικό σύστημα και για τα δύο φύλα – ωστόσο καμία από αυτές τις συνταρακτικές μεταβολές δεν ελήφθη υπόψη ως παράμετρος για τη χάραξη πολιτικών που υποστηρίζουν την γονεϊκότητα. «Μέχρι πολύ πρόσφατα επαφιόμασταν στο οικογενειακό μας περιβάλλον, στον παππού και τη γιαγιά, όμως σήμερα είτε δεν είναι δίπλα μας παντού αφού η αστικοποίηση προχώρησε, αλλά και οι ίδιοι έχουν αλλάξει τρόπο ζωής σήμερα. Άρα αυτό το σύστημα υποστήριξης από τους ανιόντες φθίνει. Ταυτόχρονα, η εργαζόμενη γυναίκα σήμερα έχει και το βάρος της φροντίδας των γονιών ή των πεθερικών. Αυτό δεν ισχύει παντού, αλλά σε μια σειρά από χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το κράτος πρόνοιας δεν φρόντισε να δημιουργήσει ένα σύστημα φροντίδας για τους ηλικιωμένους. Επίσης στη χώρα μας ο άντρας συμμετέχει ελάχιστα στα κοινά. Σε αυτό το περιβάλλον καλείται μια γυναίκα να κάνει τα παιδιά της».
Ταυτόχρονα, μια σειρά από σκοπέλους κάνουν τη μητρότητα – και την γονεικότητα οδύσσεια, όπως εξηγεί ο καθηγητής: το πολύ υψηλό και συνεχώς αυξανόμενο κόστος ανατροφής ενός παιδιού, τα υπέρογκα κόστη εκπαίδευσης και υγείας, η στεγαστική κρίση, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια για το μέλλον, οι επισφαλείς σχέσεις εργασίας, η έλλειψη ενός κράτους πρόνοιας που προφυλάσσει από τις ατυχίες της ζωής. «Τα τελευταία 6 χρόνια οι κυβερνήσεις έχουν αναδείξει το δημογραφικό στο δημόσιο διάλογο και πήραν κάποια μέτρα – άλλα αποτελεσματικά κι άλλα αναποτελεσματικά», λέει ο Κοτζαμάνης αναφέροντας τα μέτρα για την στέγαση που έλυσαν για ελάχιστους το στεγαστικό πρόβλημα εκτοξεύοντας τις τιμές των ενοικίων για τους πολλούς, τη θεσμοθέτηση αδειών γονεϊκότητας και για τους άνδρες που ωστόσο ελάχιστοι αξιοποιούν αφού τα κόστη τα καλύπτουν οι εργοδότες, αλλά και τα πιο επιτυχημένα μέτρα όπως τη διεύρυνση αδειών γονεϊκότητας και στον ιδιωτικό τομέα, την μικρή φοροελάφρυνση και την μικρή αύξηση των οικογενειακών επιδομάτων. «Πάρθηκαν κάποια μέτρα, ωστόσο είναι αναποτελεσματικά και σε αναντιστοιχία με την πραγματικότητα, ώστε να δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο για το παιδί και την οικογένεια περιβάλλον».































