Η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια νέα και επικίνδυνη φάση, καθώς στρατιωτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ο πόλεμος κινδυνεύει να μετατραπεί σε «παγίδα κλιμάκωσης» με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή και την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται δύο διαφορετικές στρατηγικές κλιμάκωσης που, σύμφωνα με ειδικούς, μπορεί να παρασύρουν όλες τις πλευρές σε μια πιο μακρά και δαπανηρή σύγκρουση από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν.
Παρά τα αρχικά στρατιωτικά πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τα οποία οδήγησαν στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ και άλλων κορυφαίων αξιωματούχων, το ιρανικό καθεστώς παραμένει στη θέση του και τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας εξακολουθούν να θεωρούνται μη ασφαλισμένα. Την ίδια στιγμή, οι αεροπορικές επιδρομές συνεχίζονται και επεκτείνονται σε ολοένα περισσότερους στόχους.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό ιστορικό Ρόμπερτ Πέιπ, ο οποίος έχει μελετήσει εκτενώς τους περιορισμούς της αεροπορικής ισχύος, η κατάσταση δείχνει να ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο στρατιωτικής κλιμάκωσης. Όπως εξηγεί, το πρώτο στάδιο μιας τέτοιας παγίδας είναι η σχεδόν απόλυτη τακτική επιτυχία — δηλαδή οι επιθέσεις να πλήττουν αποτελεσματικά τους στόχους τους. Όταν όμως αυτή η επιτυχία δεν μεταφράζεται σε στρατηγική νίκη, η σύγκρουση εισέρχεται σε δεύτερη φάση, όπου ο επιτιθέμενος κλιμακώνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις του. Αν και αυτό δεν αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, η σύγκρουση μπορεί να οδηγηθεί σε τρίτο στάδιο, όπου εξετάζονται ακόμη πιο επικίνδυνες επιλογές. Ο ίδιος εκτιμά ότι η σύγκρουση βρίσκεται ήδη στο δεύτερο στάδιο και πλησιάζει το τρίτο.
Παράλληλα, το Ιράν φαίνεται να ακολουθεί τη δική του στρατηγική, την οποία αναλυτές αποκαλούν «οριζόντια κλιμάκωση». Αντί να αντιμετωπίσει ευθέως την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική ισχύ, η Τεχεράνη επιχειρεί να επεκτείνει γεωγραφικά τη σύγκρουση και να αυξήσει το οικονομικό κόστος για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. Επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και πλήγματα σε στόχους σε κράτη του Κόλπου, αποτελούν μέρος αυτής της στρατηγικής.
Στόχος της ιρανικής τακτικής, σύμφωνα με τον Πέιπ, είναι να δημιουργήσει ρήγματα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τα κράτη του Κόλπου, αλλά και ανάμεσα στις κυβερνήσεις αυτών των χωρών και τις ίδιες τις κοινωνίες τους. Με τον τρόπο αυτό, η Τεχεράνη επιδιώκει να ενισχύσει την αμφισβήτηση στο εσωτερικό των χωρών αυτών σχετικά με το γιατί υφίστανται τις συνέπειες ενός πολέμου που θεωρείται ότι καθοδηγείται από τις ισραηλινές στρατηγικές επιλογές.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης. Ο υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς δήλωσε ότι έδωσε εντολή στον στρατό να προετοιμαστεί για επέκταση των επιχειρήσεων στον Λίβανο, όπου συνεχίζονται οι συγκρούσεις με τη φιλοϊρανική Χεζμπολάχ, προειδοποιώντας ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να καταλάβει εδάφη εάν δεν σταματήσουν οι επιθέσεις με ρουκέτες.
Ο πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Ιράν, Ρόμπερτ Μάλεϊ, υποστηρίζει ότι η πορεία της σύγκρουσης ίσως καθοριστεί λιγότερο από μια σαφή στρατηγική και περισσότερο από τις πολιτικές επιλογές και την ψυχολογία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Όπως σημειώνει, δεν μπορεί να αποκλειστεί η μετάβαση σε ακόμη πιο ακραία σενάρια, όπως ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν ή υποστήριξη εθνοτικών ομάδων στο εσωτερικό της χώρας.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν απρόβλεπτες αντιδράσεις από την πλευρά του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων πιθανών επιθέσεων εναντίον αμερικανικών στόχων εκτός στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ακόμη και αν δεν αποδειχθεί άμεση ιρανική εμπλοκή, η αντίδραση της Ουάσιγκτον θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Ορισμένοι αναλυτές επισημαίνουν επίσης τον κίνδυνο μιας πιο αργής αλλά εξίσου επικίνδυνης πορείας προς την κλιμάκωση. Σύμφωνα με τον συγγραφέα και ειδικό σε θέματα διεθνών σχέσεων Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, εάν το Ιράν οδηγηθεί σε εσωτερική αποσταθεροποίηση ή ακόμη και σε εμφύλια σύγκρουση, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να νιώσει την πίεση να εμπλακεί πιο άμεσα, στέλνοντας ειδικές δυνάμεις ή στρατιωτικούς συμβούλους.
Ένα τέτοιο σενάριο, προειδοποιεί, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σταδιακή αλλά επικίνδυνη διολίσθηση σε μεγαλύτερο πόλεμο — μια διαδικασία που θυμίζει την πορεία της αμερικανικής εμπλοκής στο Βιετνάμ, η οποία εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν εκτεταμένο και πολυετή πόλεμο.






























