Η Τσέχα σκηνοθέτης Πέπα Λουμπογιάτσκι ξεκίνησε αρχικά να γυρίζει μια ταινία για τα περιστέρια. Αυτό που γοήτευε τη 39χρονη δημιουργό ήταν η αντίφαση: τα γκρίζα πουλιά είναι όμορφα και εξαιρετικά ευφυή, όμως η κακομεταχείρισή τους θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή με έναν τρόπο που δεν ισχύει, για παράδειγμα, για τα κοράκια ή τις κίσσες.
«Μπορείς να δεις παιδιά να κλωτσούν και να κυνηγούν περιστέρια, ενώ οι γονείς τους παρακολουθούν αμέριμνοι», λέει η ίδια.
Η συγκεκριμένη ηθική αντίφαση τής θύμισε τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που ζουν στον δρόμο, όπως ο μεγαλύτερος αδελφός της και τα ξαδέλφια της. «Ο κόσμος έχει μάθει να αποστρέφει το βλέμμα του», αναφέρει. Όπως εξηγεί, ένας από τους συγγενείς της δεν κατάφερε να λάβει ιατρική περίθαλψη επτά φορές, παρότι είχε ανοιχτές πληγές. Τελικά, χρειάστηκε να ακρωτηριαστούν και τα δύο του πόδια.
Πέντε χρόνια στους δρόμους της Πράγας
Τα περιστέρια παρέμειναν στον τίτλο του πρώτου ντοκιμαντέρ της, «If Pigeons Turned to Gold», μιας ταινίας που έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση και έχει αποσπάσει σημαντικές κριτικές στην Τσεχία. Για πέντε χρόνια, η Λουμπογιάτσκι κατέγραφε τη ζωή τεσσάρων μελών της οικογένειάς της στους δρόμους της Πράγας, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς οι συγγενείς της οδηγήθηκαν στον εθισμό και την έλλειψη στέγης.
Η ταινία καταδύεται βαθιά στο διαγενεακό τραύμα, καταγράφοντας ιστορίες ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και τον θάνατο του βιολογικού και του θετού πατέρα της σκηνοθέτιδας. Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού γυρίστηκε μόνο με ένα ταπεινό iPhone. Η αφήγηση γίνεται με έναν ψηφιακά επεξεργασμένο, σχεδόν σαν meme, «ομιλόν» περιστέρι, ενώ φωτογραφίες της οικογένειας ζωντανεύουν με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και φωνητικών επεξεργασιών.
Ανάμεσα στις εικόνες περιλαμβάνονται και επεξεργασμένα παιδικά πορτρέτα της ίδιας και του αδελφού της, τα οποία λειτουργούν ως αναδρομές στην παιδική τους ηλικία τη δεκαετία του 1990, σε εργατικές πολυκατοικίες όπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε μία από τις πρώτες σκηνές, «μπορούσες να βρεις κάθε είδους ναρκωτικό που θα μπορούσε να ζητήσει η καρδιά σου».
Στο επίκεντρο ο αδελφός της
Κεντρικό πρόσωπο της ταινίας είναι ο αδελφός της, Ντέιβιντ, ο οποίος προσπαθεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του εθισμού. Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει στιγμές οικογενειακής σύνδεσης και νοσταλγίας, όπως όταν τα δύο αδέλφια μοιράζονται την αγάπη τους για ένα τραγούδι ραπ, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει σκληρές εικόνες από τη στέρηση αλκοόλ και τις υποτροπές.
Η Λουμπογιάτσκι προσπαθεί να βοηθήσει τον ενήλικο πλέον αδελφό της να ξαναβρεί μια λειτουργική καθημερινότητα. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία στην Τσεχία, μια χώρα που συνδέεται στενά με την παράδοση της pilsner και χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση αλκοόλ, ενώ η Πράγα συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρωπαϊκών πόλεων με ιδιαίτερα υψηλό κόστος προσιτής στέγασης.
«Ήμουν θυμωμένη εξαιτίας της συστημικής αδικίας», λέει η σκηνοθέτις. Υποστηρίζει ότι ο αδελφός της έχει υποστεί βία από αστυνομικούς, αλλά και ότι η ίδια η κοινωνική και υγειονομική φροντίδα μπορεί να οδηγήσει σε βία όταν άνθρωποι που ζουν χωρίς στέγη και αντιμετωπίζουν εθισμό δεν λαμβάνουν την απαραίτητη περίθαλψη.
Για τη Λουμπογιάτσκι, ο Ντέιβιντ ήταν κάποτε ένας ήρωας της τοπικής σκηνής του skateboard, ένας νέος που αγαπούσε το hip-hop και γνώριζε όλα όσα θεωρούνταν «cool». Στόχος της ταινίας της είναι το κοινό να μπορέσει να δει τον αδελφό της όπως τον βλέπει η ίδια: ως έναν άνθρωπο με ομορφιά και αξία, απομακρύνοντας την αντίληψη ότι ο εθισμός αποτελεί απλώς αποτέλεσμα «αδύναμης θέλησης».
Μια προσωπική εξομολόγηση
Το ντοκιμαντέρ ξεδιπλώνεται μέσα από ημερολογιακές καταγραφές, εικόνες από την ίδια τη σκηνοθέτιδα κατά τη διάρκεια νοσηλείας της σε ψυχιατρική κλινική, αλλά και καλλιτεχνικές σκηνές στις οποίες εμφανίζεται να βυθίζεται βαθιά μέσα στο νερό.
Ορισμένα από τα κείμενα έχουν σχεδόν ποιητικό χαρακτήρα, αποτυπώνοντας τη δική της προσπάθεια να κατανοήσει μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελέγξει.
«Το γραπτό κείμενο είναι η βασική μου γλώσσα και βρίσκεται πιο κοντά στην καρδιά μου», εξηγεί η Λουμπογιάτσκι, η οποία φιλοδοξεί να ασχοληθεί και με τη συγγραφή.
Αναφέρει ως επιρροές τη συγγραφέα Οτέσα Μόσφεγκ, την οποία θαυμάζει για τον απλό και σχεδόν μηχανικό τρόπο γραφής της, καθώς και τη Μέλισσα Μπρόντερ και τον ελεύθερο, χαλαρό τρόπο με τον οποίο γράφει για τον εθισμό.
Μπορείς να πενθήσεις κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός;
Στο επίκεντρο της 110 λεπτών ταινίας βρίσκεται ένα δύσκολο ερώτημα: μπορεί κάποιος να πενθήσει έναν άνθρωπο που δεν έχει πεθάνει ακόμη; Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που επικαλείται το δημοσίευμα, οι άνθρωποι που ζουν στον δρόμο πεθαίνουν κατά μέσο όρο 16 χρόνια νωρίτερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό.
«Πιστεύω ότι ζούμε μια επιδημία εθισμού», λέει η σκηνοθέτις. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από το ζήτημα χωρίς ντροπή παραμένει δύσκολη. Η ίδια θυμάται ότι όταν μεγάλωνε αισθανόταν απομονωμένη, σαν να ήταν η μοναδική που αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πρόβλημα και δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν γι' αυτό λόγω της ντροπής.
Όπως επισημαίνει η Μπαρμπόρα Μπίροβα, από την τσεχική οργάνωση Platform for Social Housing, οι συγγενείς ανθρώπων που αντιμετωπίζουν εθισμό συχνά βιώνουν ένα είδος δευτερογενούς τραύματος. Η ίδια υπογραμμίζει ότι όταν η έλλειψη στέγης αντιμετωπίζεται ως μια κατάσταση και όχι ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας ενός ανθρώπου, ανοίγει ο δρόμος για την αναζήτηση λύσεων.
Από τον φόβο της απόρριψης στη διεθνή αναγνώριση
Η Λουμπογιάτσκι φοβόταν ότι η ταινία της θα απορριφθεί. Αντίθετα, όμως, το ντοκιμαντέρ απέσπασε σημαντική αναγνώριση. Αυτό που ξεκίνησε ως φοιτητική ταινία κέρδισε διεθνή βραβεία στο ευρωπαϊκό φεστιβαλικό κύκλωμα. Τον Φεβρουάριο απέσπασε το βραβείο ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για την προσέγγισή του στην «ριζοσπαστική ενσυναίσθηση».
Τον Ιούλιο, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι, η ταινία έλαβε πεντάλεπτο χειροκρότημα από το κοινό. Τον περασμένο μήνα επιλέχθηκε ως η επίσημη πρόταση της Τσεχικής Δημοκρατίας για τα 99α Βραβεία Όσκαρ, στην κατηγορία Διεθνούς Ταινίας.
Εκατοντάδες άνθρωποι έχουν επικοινωνήσει έκτοτε με τη σκηνοθέτιδα, μοιραζόμενοι μαζί της παρόμοιες οικογενειακές ιστορίες. Και τελικά, στην ταινία της, τα περιστέρια δεν μετατρέπονται ούτε σε χρυσό ούτε σε ασήμι. Παραμένουν αυτό που είναι.
Αυτό που αλλάζει είναι η ίδια η Λουμπογιάτσκι. Κατά τη διάρκεια της ταινίας περνά από την προσπάθεια να νουθετήσει τον αδελφό της —«γιατί δεν το κάνεις για μένα ή για τη μαμά;»— στην κατανόηση και την αποδοχή.
«Από τη στιγμή που κατάλαβα τι συνέβαινε στο μυαλό του και πώς έπρεπε να ανταποκριθώ, έχουμε την καλύτερη σχέση που είχαμε ποτέ», λέει.
Η ανταπόκριση που έχει λάβει από το κοινό τής δίνει ελπίδα ότι άνθρωποι όπως ο αδελφός της έχουν σημασία. «Μάθαμε να αποστρέφουμε το βλέμμα μας. Όμως, αν ένας άνθρωπος σπάσει τη σιωπή, θα ακολουθήσουν και άλλοι».





























