Ο Πρόεδρος της Τεχνόπολης, Κωστής Παπαϊωάννου, μιλάει στο Dnews για το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (AILF) ανοίγει για πρώτη φορά τις πύλες του στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, την Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026.
Πρόκειται για μια «γιορτή της λογοτεχνίας», ένα pop φεστιβάλ που φιλοδοξεί να γίνει θεσμός. To φεστιβάλ έχει ελεύθερη είσοδο, πολλές παράλληλες εκδηλώσεις και μεγάλη ανταπόκριση και υποδοχή από το κόσμο, καθώς, όπως αναφέρει ο κ. Παπαϊωάννου στο Dnews, «Τα εισιτήρια εισόδου που βγήκαν για προδιάθεση, είναι εξαντλημένα. Έγινε sold out μέσα σε σχεδόν 20 λεπτά σε όλες οι εκδηλώσεις. Ωστόσο θα υπάρξουν και κάποια ακόμα, δύο ώρες πριν από κάθε εκδήλωση και θα διανέμονται στην είσοδο», και συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι «το φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι συζητήσεις που θα γίνουν μέσα στις αίθουσες (οι συζητήσεις θα μεταδίδονται και σε οθόνες LED έξω), αλλά το φεστιβάλ έχει και πάρα πολλές παραλληλές δράσεις - πρόβολες, digital art, υπογραφές βιβλίων, DJ sets, κ.ά.- και γι' αυτό δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα ο κόσμος, δεν χρειάζεται ούτε δελτία εισόδου, ούτε τίποτα».
Μια γιορτή της Λογοτεχνίας
Ρωτήσαμε τον Πρόεδρο της Τεχνόπολης, γιατί να επισκεφτεί κάποιος το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας; «Εμείς θέλαμε να κάνουμε μια γιορτή της λογοτεχνίας. Η σκέψη είναι ότι στην Αθήνα υπάρχει ένα δυναμικό αναγνωστικό κοινό. Υπάρχει εκδοτική δραστηριότητα, λέσχες ανάγνωσης, παρόλο που κυκλοφορεί γενικώς η αντίληψη -που δεν είναι και λάθος- ότι δεν είναι πολύ μεγάλο το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα. Εντούτοις εγώ θεωρώ ότι είναι δυναμικό κοινό που παρακολουθεί τι συμβαίνει στη διεθνή λογοτεχνία και έχει ενδιαφέρον. Ότι είναι ένα κοινό, σε μεγάλο βαθμό, χαμηλών ηλικιών. Και παρόλο που γίνονται πολλά πράγματα, όπως εκθέσεις βιβλίου, συζητήσεις και βιβλιοπαρουσιάσεις, μια γιορτή της λογοτεχνίας με τους συγγραφείς στο επίκεντρο, θεωρήσαμε ότι χρειάζεται για να μπει η Αθήνα, με αυτή την έννοια, στον διεθνή λογοτεχνικό χάρτη.
Το σχεδιάζουμε εδώ και ένα χρόνο περίπου και έχει νόημα να έρθει όποιος ή όποια ενδιαφέρεται γιατί θα είναι μια γιορτή της λογοτεχνίας. Θα γίνουν πάρα πολλές παράλληλες δράσεις, όλος ο χώρος της Τεχνόπολης για τρεις μέρες θα φιλοξενεί τους συγγραφείς που θα μπορεί κανείς να τους ακούσει στις συζητήσεις, να τους συναντήσει και επίσης θα αναδείξει μια σειρά από θεματικές που εμείς κρίναμε ότι έχουν νόημα να συζητηθούν. Θεματικές όπως είναι οι έμφυλες ταυτότητες, όπως είναι η σχέση της ανάγνωσης με την ψηφιακή τεχνολογία, η σχέση της λογοτεχνίας με την πολιτική, η άνοδος του αυταρχισμού και της ακροδεξιάς και του ρατσισμού, δηλαδή θεματικές εξαιρετικά σύγχρονες και επίκαιρες. Θα υπάρχει διερμηνεία και ελληνικά-αγγλικά, το μόνο που χρειάζεται είναι να φέρει κανείς το κινητό του τηλέφωνο και ένα ζευγάρι ακουστικά για να μπορεί να ακούει τη διερμηνεία».
Όπως μας εξηγεί ο κ. Παπαϊωάννου, θα υπάρχει ταυτόχρονη διερμηνεία και στη νοηματική, καθώς πρόκειται για ένα φεστιβάλ συμπεριληπτικό και με την πιο ευρεία έννοια, «πέρα από ηλικιακές ή άλλες διαφορές».
Mερικά από τα highlights του φεστιβάλ
«Νομίζω καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, βάζει την Αθήνα στο επίκέντρο. Μας ενδιαφέρει φυσικά ως Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και η Αθήνα στη λογοτεχνία και η λογοτεχνία στην Αθήνα. Και έτσι στο πρώτο φεστιβάλ υπάρχει ένα αφιέρωμα σ' έναν από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς της Αθήνας, τον Μένη Κουμανταρέα και στο έργο του, μεταφραστικό και συγγραφικό», εξηγεί ο Πρόεδρος της Τεχνόπολης.
Αλλά υπάρχουν επίσης και ενδιαφέρουσες συναντήσεις και συζητήσεις, θα αναφέρω ενδεικτικά ότι την Κυριακή θα μιλήσει ο Λιλιάν Τυράμ, ο οποίος συγκεντρώνει αρκετές ενδιαφέρουσες ιδιότητες: ήταν ένας διάσημος Γάλλος ποδοσφαιριστής που έχει πάρει και Μουντιάλ, αλλά μόλις τελείωσε το ποδόσφαιρο έφτιαξε το Ίδρυμα Τυράμ και ασχολείται με ζητήματα ρατσισμού. Έχει βγάλει και αρκετά βιβλία, αλλά το τελευταίο του βιβλίο «Η Λευκή Σκέψη» εστιάζεται σε αυτό το θέμα. Έτσι, σκεφτήκαμε ότι θα είχε νόημα να μιλήσει με μία εκπρόσωπο της Αφροαθηναϊκής κοινότητας και έναν ποδοσφαιριστή, τον Ντέμη Νικολαΐδη».
* Lilian Thuram @Yasuyoshi Chiba AFP
«Αυτό το λέω ως ένα παράδειγμα, ότι από την πρώτη στιγμή αυτό που δεν θέλαμε να κάνουμε ήταν μια βαριά ακαδημαϊκή συνάντηση για τη λογοτεχνία. Δεν θα έχει διαλέξεις.
Είναι περισσότερο μια εξωστρεφής, πιο pop εκδήλωση για τη λογοτεχνία, αλλά «pop» με την πιο θετική έννοια του όρου, δεν εννοώ επιφανειακή και ρηχή, εννοώ φωτεινή. Να συγκεντρώσει τον κόσμο χωρίς προαπαιτούμενα.
Δεν χρειάζεται κανείς που θα έρθει εκεί να είναι βαθύς γνώστης της λογοτεχνικής παραγωγής. Ίσα-ίσα θέλουμε ανθρώπους που ενδεχομένως θα έρθουν εκεί με την ίδια διάθεση που πηγαίνουν και στο Jazz Festival που κάνει η Τεχνόπολη σε ένα μήνα, όπου μπορούν να γνωρίσουν τη jazz. Με την ίδια λογική μέσα από τη συνάντηση με το λογοτεχνικό έργο αρκετών ξένων και Ελλήνων συγγραφέων, μπορούν να έρθουν σε καλύτερη επαφή με τη λογοτεχνία.
Όταν ξεκινήσαμε με τους επιμελητές του φεστιβάλ πριν ένα χρόνο να το σχεδιάζουμε, δεν μπορούσαμε ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα να φανταστούμε ότι θα έχουμε στο πρώτο φεστιβάλ στην Αθήνα το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Λάσλο Κρασναχορκάι, να έχουμε δύο βραβεία Booker, να έχουμε τόσο επίλεκτες και επίλεκτους συγγραφείς από την Ελλάδα και κυρίως από το εξωτερικό. Το ξεκίνημα του θεσμού είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ αισιόδοξο και θέλουμε να φτιάξουμε ένα θεσμό με συνέχεια. Ήδη συζητάμε για το επόμενο φεστιβάλ λογοτεχνίας στην Αθήνα και αν ο θεσμός αυτός ευοδωθεί, η προδιάθεση των δελτίων εισόδου δείχνει ότι έχει αγκαλιαστεί πολύ, θα μπορούμε κάθε χρόνο να σχεδιάζουμε και άλλες δράσεις, και άλλα θεματικά πεδία και με επίκεντρο πάντα τον χώρο της Τεχνόπολης να επεκταθούμε στην πόλη και να γίνουν και άλλες εκδηλώσεις σε άλλους χώρους».
* László Krasznahorkai ©Marili Zarkou
«Το Φεστιβάλ Λογοτεχνίας είναι μια κατάφαση στη ζωή»
«Θεωρώ ότι η επαφή με την Τέχνη είναι μέσα στην καθημερινότητά μας, δεν είναι μια διαδικασία η οποία πρέπει να είναι δυσβάσταχτη και βαριά. Η Αθήνα είναι μια πόλη όπου οι άνθρωποι συναντάνε την Τέχνη σε κάθε τους βήμα και νομίζω ότι το φεστιβάλ λογοτεχνίας κινείται σε αυτή την κατεύθυνση», σημειώνει ο κ. Παπαϊωάννου.
Ωστόσο, ποια είναι η άποψή του σχετικά με τη διεξαγωγή του φεστιβάλ σε μια τόσο «σκοτεινή» εποχή που βιώνει πόλεμο και χαλασμό; «Εγώ λέω ίσα-ίσα, ακριβώς σε μία εποχή που είναι τόσο σκοτεινή, τόσο δυσοίωνη, θεωρώ ότι το να κάνουμε μια γιορτή της λογοτεχνίας είναι μια κατάφαση στη ζωή, είναι μια κατάφαση στη δημιουργία και νομίζω ότι οι άνθρωποι το χρειαζόμαστε αυτούς τους καιρούς.
Και έτσι είναι φτιαγμένο το φεστιβάλ. Οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν να ακούσουν μια συζήτηση μέσα στο αμφιθέατρο ή να την παρακολουθήσουν έξω στις οθόνες ή μπορεί και να μην το κάνουν και να δουν μια προβολή, να πιουν μια μπύρα με τους φίλους τους, να ακούσουν μουσική, να πάνε στο πωλητήριο όπου θα υπάρχουν τα βιβλία των συγγραφέων ή αναμνηστικά του φεστιβάλ. Δηλαδή ακριβώς με την ίδια διάθεση που πηγαίνουμε σε ένα ροκ φεστιβάλ το καλοκαίρι και η μουσική είναι ένα κομμάτι της όλης εμπειρίας, δεν εξαντλείται το φεστιβάλ στη μουσική, αλλά είναι η αφετηρία του, έτσι και εδώ η λογοτεχνία είναι μια αφετηρία που δίνει την ενέργεια για να κάνουμε και μια σειρά άλλα πράγματα».
«Έχουμε την αγωνία να πάνε τα πράγματα καλά»
Μπορεί αγωνία για την ανταπόκριση του κοινού, να μην υπάρχει, καθώς ο κόσμος έχει αγκαλιάσει το φεστιβάλ, ωστόσο υπάρχει η αγωνία του καινούριου, επισημαίνει ο κ. Παπαϊωάννου.
«Αγωνία πάντα υπάρχει διότι ξεκινάμε κάτι καινούριο, οπότε διαρκώς έχουμε την αγωνία να πάνε τα πράγματα καλά», σημειώνει και αναφέρει: «αλλά από τη στιγμή που έχουμε αυτές τις συμμετοχές και είναι μια γιορτή καινούρια για την Αθήνα και είναι και η Τεχνόπολη που είναι ένας χώρος ορόσημο και τοπόσημο τον οποίο γνωρίζει ο κόσμος ότι εκεί γίνονται ωραία πράγματα, αξίζει να σας πω το εξής. Οι ατζέντηδες των ξένων συγγραφέων ρωτούσαν στην πρώτη επαφή: "Ποιους είχατε πέρσι στο φεστιβάλ;". Αυτό όπως καταλαβαίνετε, όταν ξεκινάει κανείς κάτι καινούριο, είναι μια ερώτηση που θέλει να την απαντήσεις με προσοχή. Να σας πω ότι αυτό δεν βάρυνε καθόλου, που σημαίνει ότι και η Αθήνα είναι ένα δυνατό brand name σαν προορισμός, δηλαδή οι συγγραφείς θέλουν να έρθουν σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα, αλλά και το βιογραφικό της Τεχνόπολης έχει μια βαρύτητα σε αυτό.
Οι περισσότεροι έδωσαν εύκολα θετική απάντηση, ανάλογα με τα προγράμματά τους. Ένα πράγμα που έμαθα είναι ότι, αυτά τα πολύ μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας είναι περίπου σαν τους μεγάλους ροκ σταρ, δηλαδή το πρόγραμμά τους είναι κλεισμένο για ένα και δύο χρόνια μετά. Αρκετοί που δεν μπορούν να είναι κοντά μας στο πρώτο Φεστιβάλ, έχουν ήδη δηλώσει διαθεσιμότητα και ενδιαφέρον για το επόμενο. Άρα και αυτό που επιδιώκουμε, μια συνέχεια στον θεσμό μπορεί με αυτό τον τρόπο να επιτευχθεί».
* Ο Πρόεδρος της Τεχνόπολης, Κωστής Παπαϊωάννου
Οι δυσκολίες στην οργάνωση και στην υλοποίηση του Φεστιβάλ
«Οι άνθρωποι της Τεχνόπολης, που έχουν πολύ μεγάλη εμπειρία στην διοργάνωση εκδηλώσεων, κυρίως μουσικών, αγκάλιασαν το φεστιβάλ με ενθουσιασμό. Δηλαδή ήταν μια ιδέα που τους ξεσήκωσε. Φυσικά ένα φεστιβάλ λογοτεχνίας, παρόλο που είναι μια μεγάλη παραγωγή, και άρα έχει και κομμάτια που είναι κοινά με το να κάνει κανείς ένα μεγάλο Jazz Festival ή ένα μουσικό καλοκαίρι, έχει και πολλές ιδιαιτερότητες: στις μετακλήσεις, στη διερμηνεία, στο πώς θα στήσουμε τα πάνελ έτσι που να έχουν ένα ενδιαφέρον να συνυπάρχουν οι Έλληνες με τους ξένους», εξηγεί ο Κωστής Παπαϊωάννου για τις προσκλήσεις του Φεστιβάλ.
Και προσθέτει: «Εκεί λοιπόν δοκιμάσαμε, συζητήσαμε αρκετά. Θεωρώ ότι πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης. Άρα υπήρξαν και κομμάτια που ήταν και είναι μια πρόκληση και για εμάς, ακόμη και για τους ανθρώπους της επικοινωνίας ή της παραγωγής στην Τεχνόπολη, της παραγωγής εκδηλώσεων που έχουν μακρά εξοικείωση με τέτοιου είδους μεγάλες διοργανώσεις».
Η απόφαση για δωρεάν είσοδο και τα έξοδα παραγωγής
«Η ελεύθερη είσοδος είναι μια επιλογή που την κάναμε από την αρχή, είναι μια επιλογή που τη συζήτησα αρκετά και με τον δήμαρχο Χάρη Δούκα», λέει ο Κωστής Παπαϊωάννου. «Η δική μου επιθυμία ήταν από την αρχή να είναι δωρεάν η είσοδος, θεωρώ δηλαδή ότι είναι καλό σε ένα φεστιβάλ λογοτεχνίας. Πρέπει να σας πω ότι υπήρχαν και απόψεις που έλεγαν ότι όταν έχεις τόσο μεγάλα ονόματα και τέτοιο κόστος παραγωγής μπορεί να μπει και ένα εισιτήριο, αλλά θελήσαμε να επιλέξουμε να μην υπάρχει εισιτήριο.
Υπάρχει ένα κόστος που ελπίζω ότι στα επόμενα φεστιβάλ, όταν δηλαδή ο θεσμός θα έχει καθιερωθεί, ένα μέρος του τουλάχιστον θα μπορεί να καλύπτεται από χορηγίες. Φέτος το μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού των εξόδων το επιβαρύνεται ο δήμος και είναι στο πλαίσιο της πολιτιστικής πολιτικής του Δήμου Αθηναίων και της προσπάθειας που κάνουμε μαζί να ανοιχτούμε σε όσο γίνεται περισσότερα πεδία της καλλιτεχνικής δημιουργίας».
Φιλοδοξίες και όραμα
«Αν μπορούσα να το συμπυκνώσω με μια-δυο φράσεις θα είναι το Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας να καθιερωθεί και να είναι κάτι που οι Αθηναίες και οι Αθηναίοι θα το περιμένουν κάθε χρόνο. Να συνεχίσει να είναι μια ανοιχτή γιορτή της λογοτεχνίας, δηλαδή να έρχονται και άνθρωποι που δεν είναι τόσο εξοικειωμένοι με τη λογοτεχνία. Εγώ πιστεύω, παρόλο που πολλοί κινδυνολογούν και λένε ότι η ανάγνωση πεθαίνει, ότι οι άνθρωποι δεν διαβάζουν, εγώ ίσα ίσα θεωρώ ότι δεν ισχύει αυτό.
Θεωρώ ότι η ανάγνωση είναι σε μια μεγάλη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, αλλά οι άνθρωποι θα συνεχίσουν, δεν θα σταματήσουν να ξεφυλλίζουν ένα βιβλίο. Και η φιλοδοξία μου είναι η Τεχνόπολη ως χώρος, να εκπροσωπήσει ακριβώς όλο αυτό, όλη αυτή τη μετάβαση που συζητάμε. Όπως η Τεχνόπολη είναι ένα βιομηχανικό μνημείο, παλιά εκεί παραγόταν το φωταέριο, παραγόταν δηλαδή μια υλική ενέργεια και τα τελευταία χρόνια παράγεται πνευματική, καλλιτεχνικό προϊόν, καλλιτεχνική ενέργεια. Νομίζω ότι και η λογοτεχνία μπορεί να βρει το χώρο στην Τεχνόπολη και να είναι η δεύτερη μεγάλη παραγωγή της. Κάθε χρόνο η χρονιά να ξεκινάει πρώτα με το Φεστιβάλ Λογοτεχνίας και να συνεχίζεται με το Jazz Festival. Η δική μου φιλοδοξία είναι το Jazz Festival να αποκτήσει ένα "αδερφάκι"».





























