Η Ελλάδα τις τελευταίες εβδομάδες ζει στον αστερισμό μιας ταινίας, η συζήτηση γύρω από τον «Καποδίστρια» του Γ. Σμαραγδή είτε επισκιάζει όλα τα μεγάλα εσωτερικά και διεθνή θέματα είτε συνδέεται με αυτά μέσα από λογικούς ή αυθαίρετους συλλογισμούς. Υπό προϋποθέσεις η συζήτηση γύρω από μια καλλιτεχνική δημιουργία θα ήταν ελπιδοφόρα και με δεδομένο πως η ταινία έχει ως θέμα μια τόσο σημαντική προσωπικότητα θα αποτελούσε θετική εξέλιξη, έναυσμα προβληματισμού για την κατάληξη της Επανάστασης του 1821, την κοινωνική συγκρότηση, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις διεθνείς σχέσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Δυστυχώς όμως ο δημόσιος διάλογος, που διεξάγεται κυρίως στην αρένα των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, πόρρω απέχει από αυτό το πλαίσιο.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δεν υπάρχει «διάλογος». Υπάρχουν μονόλογοι με προαποφασισμένες θέσεις και σχήματα τις οποίες άνθρωποι - που συχνά δεν έχουν τη στοιχειώδη ιστορική γνώση - υπερασπίζονται με ιερό φανατισμό. Αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές, πρωτίστως όμως για τους «υποστηρικτές» οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον Καποδίστρια όπως ο Γ. Σμαραγδής στην ταινία: έξω από το ιστορικό πλαίσιο και τα ανθρώπινα μέτρα, ως «θεάνθρωπο» που ανεβαίνει τον «Γολγοθά» του και «σταυρώνεται» για να μας σώσει. Όπως αυτοί οι άνθρωποι δεν θα δέχονταν καμία συζήτηση για την ιστορική διάσταση του Ιησού, έτσι δεν δέχονται για την ταινία του Σμαραγδή. Στις όποιες κριτικές οι απαντήσεις είναι αφορισμοί και χαρακτηρισμοί που ξεκινούν από το «θολοκουλτουριάρηδες» ή το «ανθέλληνες» και φτάνουν στο «μασόνοι», «άθεοι», «τσιράκια των πολιτικών (γενικώς…)», της «διεθνούς τάξης πραγμάτων» κ.λπ..
Απαραίτητη διευκρίνιση: προφανώς οι χιλιάδες που συρρέουν στις κινηματογραφικές αίθουσες δεν ανήκουν όλοι σε αυτήν την κατηγορία. Είτε από απλή περιέργεια είτε γιατί όντως τους συγκινεί το θέμα ή μηνύματα της ταινίας σπεύδουν, αυτό σε καμία περίπτωση δεν τους κατατάσσει στους «ζηλωτές» που δίνουν τη μάχη στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Όλοι αυτοί οι «ζηλωτές» είχαν ήδη λάβει θέσεις μάχης πριν την προβολή της ταινίας ορμώμενοι από τις – τουλάχιστον περίεργες – καταγγελίες του Γ. Σμαραγδή περί «σκοτεινών δυνάμεων» που επιχείρησαν να εμποδίσουν την παραγωγή. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται (μαζί φυσικά με Μασόνους, άθεους, ανθέλληνες κ.λπ) και το ελληνικό κράτος! Το εκπληκτικό είναι πως υπήρχε ψήγμα αλήθειας σε αυτές τις καταγγελίες, είναι τέτοιος ο βαθμός υποταγής της σημερινής κυβέρνησης στα κελεύσματα της «Δύσης» που ακόμη κι ο Καποδίστριας θεωρείται … «πουτινάκι» για τους κυβερνώντες!
Ουδόλως όμως προβληματίστηκαν οι «ζηλωτές» όταν στην πρεμιέρα, δίπλα στον σκηνοθέτη, καμάρωνε υπερήφανη η εκπρόσωπος του Ελληνικού κράτους κ. Λ. Μενδώνη, ούτε από τους ύμνους των υπουργών της κυβέρνησης για την ταινία του «κατατρεγμένου». Η ανάγκη να κολακευτούν τα ακροδεξιά ακροατήρια τους οδήγησε να ανακρούσουν πρύμναν! Δεν προβληματίστηκαν ακόμη κι όταν, μεθυσμένος από την επιτυχία, ο κ. Σμαραγδής «αποκάλυπτε» στον δημοσιογράφο Δ. Δανίκα τις «τελετές» μέσα από τις οποίες ήρθε σε επαφή ο πρωταγωνιστής της ταινίας με το …πνεύμα του Ι. Καποδίστρια! Όταν αυτά θεωρούνται φυσιολογικά, πώς να περιμένει κανείς προβληματισμό για την καλλιτεχνική ποιότητα ή για την ιδεολογική οπτική;
Από την άλλη και οι «πολέμιοι» μιλούν συχνά με σχήματα. Στην περίπτωση πολλών επικριτών είμαστε αντιμέτωποι με μια διαχρονική ασθένεια: την μεταφορά ιδεολογικών σχημάτων της σύγχρονης εποχής στο παρελθόν, σε άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Με τα σχήματα αυτά να επιχειρείται να κριθούν τα δρώντα πρόσωπα. Έτσι ο Καποδίστριας χαρακτηρίζεται ελαφρά τη καρδία «αντιδραστικός», «τύραννος», «όργανο ξένων δυνάμεων».
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί εκτοξεύονται με το εννοιολογικό περιεχόμενο που σήμερα έχουν, αλήθεια όμως με ποια κριτήρια χαρακτηρίζεται κάποιος πολιτικός «αντιδραστικός» στην Ελλάδα του 1828; Είναι ίδια τα κριτήρια σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο; Κι εκείνη η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», τόσο γρήγορα ξεχάστηκε; Κι η έννοια της «προόδου», όπως την όρισε ο διαλεκτικός υλισμός… κι αυτή ξεχάστηκε; Είναι τυχαίο πως αρκετοί που – δικαίως – κατακεραυνώνουν τον Σμαραγδή πριν λίγους μήνες αποθέωναν (μαζί με την πλειοψηφία των θαυμαστών του Σμαραγδή) μια άλλη αγιογραφία, αυτήν του Σ. Καζαντζίδη; Και στην, επίσης δημοφιλέστατη, ταινία «Υπάρχω» υπήρχαν κραυγαλέες ανακρίβειες κι εκεί το αποτέλεσμα ήταν μέτριο αισθητικά κι εκεί είχαμε επικλήσεις «σκοτεινών δυνάμεων», «μασόνων», «εβραίων» κ.λπ. Α la carte ευαισθησίες;
Εννοείται πως στη συζήτηση κανείς δεν στέκεται σοβαρά στην καλλιτεχνική αξία της ταινίας «Καποδίστριας». Κατά γενική ομολογία πρόκειται για μια παιδαριώδη αγιογραφία με υποτυπώδες σενάριο, σκηνοθεσία επιπέδου «Λάμψης» και ορισμένες ερμηνείες που προσπαθούν να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται. Επίσης για το ιστορικό πρόβλημα «Καποδίστριας» έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, θα γραφτούν κι άλλες.
Αυτό που πραγματικά πρέπει να μας προβληματίσει είναι άλλο: Με δεδομένη τη διαλεκτική σχέση της τέχνης με την κοινωνία, σχέση που στην περίπτωση του κινηματογράφου έχει αποδειχθεί πολλές φορές, τι εκφράζει αυτό το θρησκευτικού τύπου ξέσπασμα, αυτή η κοινωνική απήχηση σε ακροατήρια πρωτόγνωρα που δεν μπορούν εύκολα να χωρέσουν σε σχήματα; Δεν είναι πρωτοφανές ως φαινόμενο, πρωτοφανής όμως είναι ο αντιδραστικός προσανατολισμός του. Για να τον ανιχνεύσουμε χρήσιμο θα ήταν να γυρίσουμε μισό αιώνα πίσω και να αναζητήσουμε ομοιότητες και διαφορές με αντίστοιχα φαινόμενα, διαφορετικής όμως προέλευσης και διαφορετικού προσανατολισμού.
«Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»
Το 1980 η Ελλάδα φλέγεται. Το ρεύμα της ριζοσπαστικοποίησης που γεννήθηκε από το Πολυτεχνείο και τον αντιδικτατορικό αγώνα δεν μπορούσε να χωρέσει στην «καραμανλική μεταπολίτευση». Από κάθε πόρο της κοινωνίας αναβλύζει το αίτημα της «αλλαγής», όποιο περιεχόμενο ή χρώμα κι αν έδινε ο καθένας στη λέξη. Ο Κ. Καραμανλής οσμίζεται το κλίμα και «δραπετεύει» στην Προεδρία της Δημοκρατίας αφήνοντας τον Γ. Ράλλη να πιει το «πικρό ποτήρι» της ήττας στις επερχόμενες εκλογές.
Σε αυτήν την ιστορική συγκυρία, η τέχνη θα γίνει κοίτη για να φτάσει το ποτάμι σε κάθε γωνιά της κοινωνίας. Η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο και – φυσικά – ο κινηματογράφος. Στην κορύφωση αυτού του κύματος θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες «O άνθρωπος με το γαρύφαλλο», η ταινία του Νίκου Τζήμα για τον Ν. Μπελογιάννη, έναν «άγιο» της αριστεράς. Η ταινία προκαλεί εισπρακτικό σεισμό , καθώς ξεπερνά τις 700.000 εισιτήρια (επίσημα στις αίθουσες), ενώ χιλιάδες άλλοι θα τη δουν σε προβολές που διοργανώνουν πολιτικές και πολιτιστικές συλλογικότητες ή στην τηλεόραση. Προκαλεί και συναισθηματικό σεισμό, αυτό που γινόταν στις αίθουσες ήταν ανεπανάληπτο, η προβολή μετατρεπόταν σε διαδήλωση. Διαδήλωση, όχι μνημόσυνο, έχει σημασία.
Η ταινία, στην οποία συμμετέχουν οι κορυφαίοι/ες ηθοποιοί (πολλοί/ες αφιλοκερδώς, όντας αριστεροί/ες ) «ντύνεται» με τη συγκλονιστική μουσική του Μ. Θεοδωράκη και σημαδεύει καταλυτικά την ιστορική στιγμή. Παρουσιάζει τη χώρα όπως ήταν, δηλαδή προτεκτοράτο των Αμερικάνων. Με την ίδια ενάργεια παρουσιάζεται και το μετεμφυλιακό μπλοκ εξουσίας: συμμαχία της παλιάς αστικής τάξης με τους μαυραγορίτες και τους δωσίλογους της Κατοχής. Η Αριστερά, το ΚΚΕ εμφανίζονται ως παράταξη του αγώνα και της θυσίας αλλά και των λαθών, της ήττας και της εσωτερικής ανθρωποφαγίας. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει πως στερούνταν αλήθειας αυτή η οπτική.
Βέβαια, υπήρχε μια λεπτομέρεια (;): όταν εκτελείται ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του δεν είναι –τυπικά – στην εξουσία η Δεξιά, κυβέρνηση είναι η ΕΠΕΚ (κέντρο) και πρωθυπουργός είναι ο Ν. Πλαστήρας! Ο «προοδευτικός», «κεντρώος» Πλαστήρας, αυτός που η … ξεροκέφαλη Αριστερά δεν κατανοούσε την «προοδευτικότητά» του. Στην ταινία ο Πλαστήρας εμφανίζεται ως ένας συμπαθητικός, ασθενής ηλικιωμένος άνθρωπος (μάλιστα τον υποδύεται ο μυθικός Μάνος Κατράκης) που ουσιαστικά «δεν ξέρει τίποτα για τον φόνο», απλά «προεδρεύει», δεν θέλει τις εκτελέσεις αλλά … «δεν τον αφήνουν οι Αμερικάνοι και τα λάθη του ΚΚΕ».
Τα εφιαλτικό κράτος της Δεξιάς από τη μια, η ηρωική αλλά ανίκανη και στενόμυαλη Αριστερά που τρώει τα παιδιά της από την άλλη και μια κοινωνία που ασφυκτιά και θέλει μια άλλη, δημοκρατική Ελλάδα, θέλει «Αλλαγή» κι ας μην είναι και τόσο… «πραγματική»! Είμαστε στα τέλη του 1980, αυτό το ακριβώς ήταν το κλίμα στην κοινωνία λίγους μήνες πριν τις εκλογές που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία με το εντυπωσιακό 48% κι η ταινία το εξέφρασε. Ένα ΠΑΣΟΚ που μπορεί να αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση αλλά την ίδια στιγμή δήλωνε και «συνεχιστής του Πλαστήρα»! Φρόντιζε δε πάντα, παραμονές όλων των μετέπειτα εκλογικών μαχών, να παίζει ξανά και ξανά η ΕΡΤ την ταινία ώστε ο λαός να «μην ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» αλλά και πόσο «λάθος» και «αναξιόπιστη» είναι η Αριστερά.
Υπήρξαν κι άλλες ταινίες με αντίστοιχη θεματολογία και με μεγάλη απήχηση στο κοινό: Η τριλογία του Θ. Αγγελόπουλου ("Μέρες του '36", «Θίασος», "Οι Κυνηγοί") αποτελεί κορυφαίο επίτευγμα όχι μόνο για τον Ελληνικό αλλά και για τον παγκόσμιο κινηματογράφο. Όπως όμως και τα άλλα έργα του μεγάλου σκηνοθέτη είναι μπροστά από την εποχή τους , ανιχνεύουν τους «σεισμούς του μέλλοντος», εκφράζουν ρεύματα που γεννιούνται, δεν καβαλούν το κύμα που φουσκώνει, δύσκολα φτάνουν στο «μεγάλο ακροατήριο». Από την άλλη τα δύο σπουδαία έργα του Π. Βούλγαρη («Πέτρινα χρόνια» και «Τελευταίο σημείωμα») που επίσης είχαν μεγάλη απήχηση, αποτίουν φόρο τιμής στους αγωνιστές, λειτουργούν όμως κυρίως συγκινησιακά και λιγότερο ως έκφραση μάχιμου ρεύματος. Αυτό το εξέφρασε ο ‘Άνθρωπος με το γαρύφαλλο».
Αλλαγή εποχής και οραμάτων
Αντίστοιχα, για να ξαναγυρίσουμε στον «Καποδίστρια», η επιτυχία του δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το 2017, η ταινία του Γ. Σμαραγδή «Καζαντζάκης» (που ποιοτικά ήταν επίσης χαμηλού επιπέδου και είχε τον ίδιο ιδεολογικό προσανατολισμό) έκοψε 240.000 εισιτήρια ενώ η τρίτη εμπορικότερη ταινία στην Ελλάδα για το 2021, με 283.520 εισιτήρια, ήταν ο «Άνθρωπος του θεού» της Γ. Πόποβιτς που είχε ως θέμα τη ζωή του Άγιου Νεκτάριου. Ήταν τα καμπανάκια από ένα ισχυρό ρεύμα που κινείτο στην ελληνική κοινωνία, μόνο που αυτή τη φορά η ιδεολογική κατεύθυνση ήταν αντίστροφη από το 1980: κυριαρχία του τρίπτυχου «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», φυγή προς την μεταφυσική.
Το ρεύμα αυτό εκφράζεται – με αποχρώσεις φυσικά – σε όλη τη Δύση και τα αίτια είναι πολυπαραγοντικά: η απόλυτη κυριαρχία της Δύσης που αμφισβητείται ανοιχτά θέτει σε κίνδυνο το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κοινωνιών αυτών. Το 1/7 του πλανήτη, οι δυτικές κοινωνίες, «περνούσε καλά» στηριζόμενο στην εκμετάλλευση των υπολοίπων. Αυτό είναι προφανές ότι τελειώνει και διαμορφώνει αμυντικά και ξενοφοβικά σύνδρομα που οξύνονται όσο οξύνεται η κρίση των δυτικών κρατών.
Οι πολιτικοί διαχειριστές της κρίσης αυτής έχουν αποτύχει παταγωδώς: τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα βουλιάζουν στη βαθιά διαφθορά και στη σήψη ενώ οι όποιες «προοδευτικές κυβερνήσεις» απέτυχαν να θεμελιώσουν εναλλακτική πορεία, συμβιβάστηκαν και απαξιώθηκαν. Συνολικά το πολιτικό σύστημα απαξιώθηκε, η απογοήτευση ώθησε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας είτε σε αποχή από τις πολιτικές διαδικασίες είτε στην αναζήτηση «πατερούληδων» με «καθαρά χέρια», μακριά από τα υπάρχοντα κόμματα, γενικώς.
Πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική προσέγγιση που εύκολα συναντήθηκε με τη θρησκευτική μεταφυσική αλλά και τη μεταφυσική προσέγγιση του «Έθνους». Ενισχύθηκε την περίοδο του κορωνοιού από το κύμα του αγνωστικισμού και της άρνησης της επιστήμης που προκλήθηκε από τους χειρισμούς των κυβερνώντων, την εξόφθαλμη προσπάθεια εξυπηρέτησης οικονομικών συμφερόντων και πειθάρχησης της κοινωνίας.
Αν δούμε προσεκτικά όσα γράφονται για την ταινία από τους εκφραστές του ρεύματος αυτού θα παρατηρήσουμε πως ελάχιστα αναφέρονται σε θετικές πλευρές που υπήρχαν στην παρουσία του Καποδίστρια, όπως για παράδειγμα η σωστή προσέγγισή του στο θέμα της εκπαίδευσης και στο μεγάλο κοινωνικό θέμα των ορφανών παιδιών ή η καταπολέμηση της πειρατείας στην οποία πρωταγωνιστούσαν Έλληνες. Ελάχιστα αναφέρονται στις κοινωνικές και γεωπολιτικές αιτίες που κινούσαν τους πρωταγωνιστές κι έτσι οι κοτζαμπάσηδες κι οι εφοπλιστές εμφανίζονται γενικώς «άπληστοι» κι ο Μέττερνιχ γενικώς «μισέλληνας».
Η πλειοψηφία δηλώνει συγκινημένη από τον ρόλο του «Ενός», του «Έλληνα», του «Χριστιανού» που υψώνεται ως αντίθετο παράδειγμα όλων των πολιτικών που ακολούθησαν. Πάνω από όλα υψώνεται ως πρότυπο του «Ενός» που χρειαζόμαστε σήμερα που ο κόσμος μας βουλιάζει. Του «Ενός» που δεν θα εγκλωβίζεται σε ξεπερασμένα – υποτίθεται- ιδεολογικά σχήματα, θα έχει «καθαρά χέρια» και θα λειτουργήσει ως «σωτήρας».
Φυσικά οι αντιφάσεις είναι κραυγαλέες: ο ίδιος ο κ. Σμαραγδής όπου βρεθεί κι όπου σταθεί δηλώνει τον θαυμασμό του για τον κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του που – ως γνωστόν -δεν γνωρίζει καν τί σημαίνουν οι λέξεις «διαφθορά» ή «συμφέροντα». Φυσικά στην πρεμιέρα της ταινίας, στη Νέα Υόρκη, δεν βρήκε μια λέξη να πει για την «Ιερά Συμμαχία» της εποχής μας, για τους σύγχρονους «Μέττερνιχ». Δεν βρήκε μια λέξη να πει για το πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις στην εποχή μας αντιμετωπίζουν τις μικρότερες χώρες και τους ηγέτες τους που «σηκώνουν κεφάλι» και αρνούνται τη μετατροπή της χώρας τους σε προτεκτοράτο.
Αντίστοιχα η πλειοψηφία των υποστηριχτών του δεν κρύβει τον θαυμασμό της για τον Ν. Τραμπ και τις πρακτικές του! Είναι απορίας άξιον πώς αυτά συνδυάζονται με τον Καποδίστρια που δολοφονήθηκε από τα ισχυρά συμφέροντα και τις Δυτικές δυνάμεις, όμως στην εποχή του θριάμβου του σκοταδισμού και του ανορθολογισμού όλα μπορούν να αποδεκτά.
Δυο πλευρές της κοινωνίας, άλλη δυναμική
Φυσικά είναι αφέλεια να πιστέψει κανείς πως πως η εικόνα είναι μονοσήμαντη. Υπάρχει και η άλλη εικόνα, η άλλη πλευρά της κοινωνίας. Υπάρχουν οι χιλιάδες που πλημμύριζαν τις κινηματογραφικές αίθουσες για να παρακολουθήσουν το «Τελευταίο σημείωμα», έναν ύμνο στους 200 αντιστασιακούς κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. Συναυλίες εμβληματικών μορφών του πολιτικού τραγουδιού συγκεντρώνουν πλήθη, ακόμη και στη σύγχρονη εκδοχή τους όπως είναι καλλιτέχνες της «ραπ». Υπάρχουν οι χιλιάδες που για χρόνια συνέρρεαν να παρακολουθήσουν την παράσταση «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», το εμβληματικό πολιτικό θεατρικό έργο του Ντάριο Φο, για χρόνια ήταν sold out. Γενικά υπάρχει μια θεατρική άνοιξη ενώ και στη βάση, στην «αφανή» κοινωνία υπάρχουν σοβαρές πρωτοβουλίες στον χώρο του πολιτισμού ή της τοπικής ιστορίας.
Υπάρχει όμως μια ευδιάκριτη διαφορά: Η πλευρά αυτή της κοινωνίας μοιάζει να λειτουργεί αμυντικά, να υπερασπίζεται αξίες και κεκτημένα αυτονόητα πριν λίγο καιρό που η λαίλαπα της εποχής τα σαρώνει. Δυσκολεύεται να καταλάβει «τί λένε τα κομπιούτερ και οι αριθμοί», είναι στη σωστή πλευρά της ιστορίας αλλά μοιάζει να είναι στη λάθος πλευρά της γεωγραφίας. Δεν έχει εύκολες απαντήσεις, χρεώνεται πως ζητωκραύγασε «όνειρα ξένα και λάθη αλλότρια» όπως έγραφε ο Κ. Τριπολίτης στο «Ανεμολόγιο». Αντίθετα, η άλλη πλευρά εμφανίζεται ως ρήξη με το παρελθόν, λειτουργεί με απολυτότητες και επικλήσεις σε αφηρημένες αξίες και τελικά δίνει απάντηση: τον θρίαμβο του ατομισμού, την υπεράσπιση του ατομικού συμφέροντος σε κλειστές κοινωνίες αποστειρωμένες από τα μικρόβια της πανανθρώπινων αξιών, της αλληλεγγύης, της διαφορετικότητας.
Αυτή τη στιγμή, από την Ελλάδα ως τις ΗΠΑ, τη μητρόπολη, το ρεύμα αυτό κυριαρχεί. Είναι αντιδιαλεκτικό και αντιεπιστημονικό να θεωρήσουμε ως αιτία της μετατροπής του σύγχρονου κόσμου σε ζούγκλα, όπου ακόμη και προσχηματικές έννοιες όπως το «Διεθνές δίκαιο» συνθλίβονται από την κυνική δήλωση της ισχύος, την ύπαρξη κάποιων «τρελών» ηγετών. Είναι σαν να θεωρούμε ως αιτία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου την «τρέλα» του Χίτλερ. Υπάρχει δυνατότητα αυτή η κοινωνική δυναμική, που γεννά και στηρίζει τέτοιους «ηγέτες», να αναστραφεί, τα οράματα της κοινωνικής απελευθέρωσης να κερδίσουν τα δυναμικά τμήματα της κοινωνίας; Θεωρητικά υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει χρόνος...
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)
























