Η μετάβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς μια πλήρως λειτουργική κυκλική οικονομία εξακολουθεί να κινείται με βραδείς ρυθμούς, σύμφωνα με την ειδική έκθεση 23/2025 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και αναδεικνύει την Ελλάδα ως μία από τις πλέον προβληματικές περιπτώσεις στην Ένωση. Η δεκαετής περίοδος που εξετάζει η έκθεση, από το 2014 έως το 2024, σκιαγραφεί μια Ευρώπη που, παρά τη θέσπιση φιλόδοξων στόχων και πιο αυστηρών κανόνων, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αποσυνδέσει την παραγωγή αποβλήτων από την οικονομική ανάπτυξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται να παραμένει συστηματικά στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης, με βαθιά δομικά προβλήματα στον σχεδιασμό, την υλοποίηση και τη χρηματοδότηση πολιτικών διαχείρισης αποβλήτων.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι, παρότι η Κομισιόν έχει αυξήσει τις απαιτήσεις για ανακύκλωση και μείωση της ταφής, μεγάλο μέρος των κρατών-μελών δεν έχει καταφέρει να ανταποκριθεί στους στόχους. Τα αστικά απόβλητα, που αντιπροσωπεύουν το 27% του συνόλου των παραγόμενων απορριμμάτων στην ΕΕ, όχι μόνο παραμένουν δύσκολα στη διαχείριση λόγω της σύνθεσής τους, αλλά και εξακολουθούν να αυξάνονται σε αρκετές χώρες, παρά τις πολιτικές πρόληψης. Η στασιμότητα αυτή αναδεικνύει τις ανεπάρκειες στο επίπεδο των επενδύσεων, των ελέγχων και των συστημάτων κινήτρων που θα μπορούσαν να κατευθύνουν πολίτες και φορείς προς πιο υπεύθυνες πρακτικές.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταγράφει μια μόνιμη υστέρηση σε όλους τους βασικούς δείκτες: ποσοστά ταφής, ανακύκλωση αστικών αποβλήτων και ανακύκλωση συσκευασιών. Η χώρα τοποθετείται σταθερά στο ίδιο προβληματικό γκρουπ με την Κύπρο, τη Μάλτα και τη Ρουμανία, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στις χρόνιες καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και στις ελλείψεις κρίσιμων υποδομών. Οι δήμοι, σύμφωνα με την έκθεση, εξακολουθούν να διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες εφαρμογής ολοκληρωμένων συστημάτων ανακύκλωσης, ενώ η χωριστή συλλογή - θεμελιώδης προϋπόθεση για την παραγωγή ανακυκλώσιμων υλικών υψηλής ποιότητας - παραμένει ελλιπώς αναπτυγμένη. Παρά τις ορισμένες βελτιώσεις των τελευταίων ετών, η χωριστή συλλογή δεν καλύπτει ακόμη το σύνολο του πληθυσμού και δεν προσφέρει αποτελεσματικά κίνητρα για τη συμμετοχή των πολιτών.
Τα εθνικά σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, σημειώνει το ΕΕΣ, υποεκτιμούν κατ’ επανάληψη τις πραγματικές ανάγκες σε υποδομές και συχνά αποτυγχάνουν να προσδιορίσουν με σαφήνεια τις πηγές χρηματοδότησης για τα αναγκαία έργα. Αυτή η ασάφεια οδηγεί σε διαρκείς αναβολές, με αποτέλεσμα η χώρα να αδυνατεί να υλοποιήσει εγκαίρως κρίσιμα έργα, ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια. Σημαντικό μέρος των έργων που συγχρηματοδοτήθηκαν την τελευταία δεκαετία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες του δείγματος, αντιμετώπισε καθυστερήσεις της τάξης του 80%, με συνέπεια την υποβάθμιση ή ακόμη και την αχρηστία υποδομών που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν πιεσμένες περιοχές. Επιπλέον, έργα με αύξηση κόστους άνω του 20% ή εγκαταστάσεις που λειτούργησαν είτε με υπο-δυναμικότητα είτε με υπερβολική δυναμικότητα σε σχέση με τις ανάγκες της περιοχής τους καταδεικνύουν τις αδυναμίες στον σχεδιασμό και την εποπτεία.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στρέφει επίσης το βλέμμα του προς τις πρακτικές της ίδιας της Κομισιόν, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή έχει καθυστερήσει σημαντικά να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει σε κράτη-μέλη που δεν πέτυχαν κρίσιμους στόχους. Είναι χαρακτηριστικό ότι διαδικασίες σχετικά με στόχους που είχαν τεθεί για το 2008 ενεργοποιήθηκαν μόλις το 2024, εξέλιξη που, σύμφωνα με τους ελεγκτές, αποδυναμώνει τη συνολική αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου συμμόρφωσης. Παράλληλα, καταγράφεται η απουσία συστηματικών επισκέψεων της Επιτροπής στα κράτη-μέλη για περισσότερο από μια δεκαετία, λόγω ελλείψεων προσωπικού, γεγονός που περιορίζει τόσο την υποστήριξη όσο και την πίεση προς τις εθνικές αρχές για την επιτάχυνση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.
Τέλος, όσον αφορά την αγορά ανακύκλωσης, η εικόνα που παρουσιάζει η έκθεση είναι αυτή ενός εύθραυστου οικοσυστήματος. Σε αρκετές χώρες, οι διαθέσιμες εγκαταστάσεις είναι λίγες ή κινδυνεύουν να αναστείλουν τη λειτουργία τους λόγω αυξημένων λειτουργικών δαπανών και μειωμένης ζήτησης, σε συνδυασμό με τις εισαγωγές φθηνότερων ανακυκλωμένων και παρθένων υλικών από τρίτες χώρες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμεύεται για μια νέα νομοθετική πράξη το 2026, με στόχο την ενίσχυση της βιωσιμότητας του τομέα, ο οποίος αποτελεί καθοριστικό κρίκο για την επίτευξη των στόχων κυκλικότητας και την ενίσχυση της πράσινης μετάβασης στην Ευρώπη.





























