Σε σημερινή της συνέντευξή της στην Times of Malta, η διευθύνουσα σύμβουλος της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, αποκάλυψε ότι η συμφωνία «κλείδωσε» μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, σε μια περίοδο που ο διεθνής τραπεζικός κολοσσός αναζητούσε απεγνωσμένα αξιόπιστο αγοραστή.
«Η HSBC είχε φτάσει σε σημείο σχεδόν απόγνωσης. Όταν εμφανιστήκαμε με σοβαρή πρόταση, ήξεραν ότι ήμασταν η καλύτερη ευκαιρία τους», δήλωσε.
Η πρώτη προσέγγιση, ωστόσο, έγινε ήδη από τον Δεκέμβριο του 2024, όταν οι σύμβουλοι της KPMG πρότειναν στην CrediaBank να εξετάσει την εξαγορά. Εκείνη την περίοδο η τράπεζα ήταν απορροφημένη με την ενσωμάτωση της Pancreta Bank στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η ιδέα να απορριφθεί προσωρινά. «Είπα τότε ότι δεν μπορούμε, ας το κάνει κάποιος άλλος», παραδέχτηκε η Βρεττού. Όμως, τον Ιούλιο του 2025, με την CrediaBank να αναζητά νέα πεδία ανάπτυξης, οι διαπραγματεύσεις επανεκκίνησαν δυναμικά.
Για την ελληνική τράπεζα, η επιλογή της Μάλτας θεωρήθηκε η πιο πρόσφορη λύση. Η Κύπρος αντιμετώπιζε κορεσμό από ελληνικά σχήματα, τα Βαλκάνια παρουσίαζαν θεσμικές και αποτιμητικές δυσκολίες, ενώ η Μάλτα προσέφερε ένα υγιές θεσμικό πλαίσιο με βρετανική κληρονομιά και ανάγκη για επενδύσεις. «Είναι μια αγορά που πραγματικά μπορείς να κάνεις τη διαφορά αν επενδύσεις σωστά», σημείωσε η CEO.
Η συμφωνία, αξίας περίπου 200 εκατ. ευρώ για το 70% των μετοχών, θεωρείται ιδιαίτερα συμφέρουσα, καθώς το τίμημα αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό της λογιστικής αξίας της HSBC Μάλτας. Παράλληλα, η CrediaBank δεσμεύεται να επενδύσει επιπλέον 30 εκατ. ευρώ σε τεχνολογική αναβάθμιση, επαναφορά υπηρεσιών που είχαν ανατεθεί σε τρίτους και εκσυγχρονισμό των υποκαταστημάτων.
Η Βρεττού δεν παρέλειψε να απαντήσει στις ανησυχίες που αφορούν τη διεθνή εικόνα της χώρας. «Η Μάλτα βγήκε από τη γκρίζα λίστα, ενώ η HSBC είχε ήδη καθαρίσει το χαρτοφυλάκιό της για να μειώσει τους κινδύνους», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι σε σχέση με άλλες αγορές η Μάλτα διαθέτει κράτος δικαίου και σταθερό τραπεζικό πλαίσιο.
Παράλληλα, η δημοσιότητα εστίασε στον σύζυγό της και μέτοχο της CrediaBank, Αλέξανδρο Εξάρχου, ο οποίος εμπλέκεται σε υπόθεση απάτης στον κατασκευαστικό κλάδο. Η ίδια απέρριψε τις αιτιάσεις περί σύγκρουσης συμφερόντων, σημειώνοντας ότι οι εποπτικές αρχές ήταν πλήρως ενημερωμένες. «Ο Εξάρχου κατέχει λιγότερο από το 10% της τράπεζας. Στην Ευρώπη δεν είναι σπάνιο να υπάρχουν μέτοχοι με ανοιχτές υποθέσεις· αυτό που μετράει είναι οι μηχανισμοί ελέγχου», είπε.
Η εξαγορά δεν έμεινε χωρίς επικριτικά σχόλια. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Μάλτα χάνει μια παγκόσμια αναγνωρισμένη τράπεζα για χάρη μιας μικρότερης, με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Η Βρεττού απάντησε με μια χαρακτηριστική παρομοίωση: «Είναι σαν να είσαι παντρεμένος με έναν πλοιοκτήτη που σε αγνοεί. Και ξαφνικά σε προσέχει ένας φούρναρης που σου δίνει προσοχή και φροντίδα. Εμείς είμαστε ο φούρναρης που θα βάλει τη Μάλτα στο επίκεντρο».
Όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη, η CrediaBank έχει αναβαθμίσει το αξιόχρεό της κατά έξι βαθμίδες τα τελευταία δύο χρόνια και στοχεύει σε κέρδη 270 εκατ. ευρώ έως το 2027, από ετήσιες ζημιές 80 εκατ. ευρώ το 2022.
Ανοικτό παραμένει το θέμα της ονομασίας. Παρά τις φωνές που ζητούν την επιστροφή του ιστορικού brand Mid Med Bank, η διοίκηση φαίνεται να προτιμά τη διατήρηση του ονόματος CrediaBank, θεωρώντας το πιο σύγχρονο και απαλλαγμένο από παλιές διαμάχες.
Η μετάβαση αναμένεται να ολοκληρωθεί το δεύτερο εξάμηνο του 2026, οπότε η CrediaBank θα αναλάβει περισσότερους από 900 εργαζόμενους της HSBC. Ήδη το συνδικάτο έχει κινητοποιηθεί διεκδικώντας αποζημιώσεις, με τη Βρεττού να δηλώνει ότι πρόκειται για μα διαμάχη μεταξύ HSBC και εργαζομένων που δεν αφορά την ελληνική τράπεζα.




























