Για τους περισσότερους ανθρώπους η πανδημία του κορονοϊoύ ήταν μια δύσκολη περίοδος. Και τώρα μια νέα έρευνα δείχνει ότι ακόμη και σήμερα μπορεί να μην έχουμε πλήρη εικόνα του μεγέθους αυτής της δυσάρεστης πραγματικότητας.
Δύο ερευνητές από το Λονδίνο και την Ιερουσαλήμ που ειδικεύονται στα πολιτικά και οικονομικά της υγείας, οι Moses Shayo και Ariel Karlinsky συγκέντρωσαν μια από τις πιο ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων που έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξεταστεί η πραγματική θνησιμότητα της πανδημίας. Η βάση περιλάμβανε στοιχεία για τη συνολική θνησιμότητα από όλες τις αιτίες, το λεγόμενο all-cause mortality, από 134 χώρες και περιοχές, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Στη συνέχεια, οι ερευνητές σύγκριναν αυτά τα στοιχεία με τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις για τους θανάτους από COVID-19 κατά τα κρίσιμα χρόνια του 2020 και του 2021.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα δεδομένα που χρησιμοποίησαν είχαν προκύψει από δημοσιογράφους, οι οποίοι τα είχαν αποκτήσει μέσω αιτημάτων πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα και πληροφορίες. Το αποτέλεσμα είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το 45% - 55% των χωρών που εξετάστηκαν παρουσίασαν ανακριβή στοιχεία για τους θανάτους από COVID-19. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις, η ανακρίβεια σήμαινε ότι η πραγματική διάσταση της πανδημίας εμφανιζόταν μικρότερη από ό,τι ήταν.
Στα χαρτιά 5 εκατομμύρια θάνατοι και στην πραγματικότητα 12
Η διαφορά ανάμεσα στους επίσημους αριθμούς και στα δεδομένα της συνολικής θνησιμότητας είναι τεράστια. Κατά τη διετία 2020-2021 οι κυβερνήσεις των χωρών που εξετάστηκαν είχαν αποδώσει επισήμως περίπου 5,08 εκατομμύρια θανάτους στην COVID-19. Οι ερευνητές όμως, υπολόγισαν ότι ο πραγματικός αριθμός των θανάτων που σχετίζονταν με την πανδημία ήταν περίπου 12,47 εκατομμύρια.
Πρόκειται για περισσότερους από τους διπλάσιους θανάτους!
Η διαφορά αντιστοιχεί σε πάνω από 6 εκατομμύρια ανθρώπους που δεν εμφανίζονται στον επίσημο απολογισμό ως θύματα της COVID-19. Η ανάλυση δεν περιορίζεται στην απλή διαπίστωση ότι οι επίσημοι αριθμοί ήταν ελλιπείς. Οι δύο ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν και γιατί συνέβη αυτό και αν η υπο-καταγραφή οφειλόταν αποκλειστικά στην αδυναμία των κρατών να διαχειριστούν σωστά μια πρωτοφανή υγειονομική κρίση. Στις 62 χώρες όπου εντοπίστηκε υπο-καταγραφή των θανάτων, οι κυβερνήσεις δεν κατέγραψαν κατά μέσο όρο περίπου 14,5% των αναμενόμενων θανάτων από COVID-19. «Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι η χειραγώγηση ήταν αξιοσημείωτα διαδεδομένη και μεγάλης κλίμακας», σημειώνουν στη μελέτη οι Shayo και Karlinsky. Η λέξη «χειραγώγηση», ωστόσο, χρειάζεται προσοχή.
Δεν ήταν κάθε λάθος συγκάλυψη. Η πανδημία δημιούργησε τεράστια προβλήματα στις υπηρεσίες υγείας και στα συστήματα καταγραφής θανάτων σχεδόν παντού.
Πολλές χώρες δεν διέθεταν αρκετές δυνατότητες για να επιβεβαιώσουν ότι ένας άνθρωπος είχε προσβληθεί από τον SARS-CoV-2. Σε άλλες, οι άνθρωποι πέθαιναν εκτός νοσοκομείων, χωρίς να έχει προηγηθεί επίσημη διάγνωση. Παράλληλα, νοσοκομεία και δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούσαν υπό πρωτοφανή πίεση. Δεν υπήρχαν πάντα αρκετοί γιατροί, νοσηλευτές, διοικητικοί υπάλληλοι ή μηχανισμοί καταγραφής ώστε κάθε θάνατος να ταξινομείται με τον ίδιο τρόπο.
Οι Shayo και Karlinsky αναγνωρίζουν όλους αυτούς τους περιορισμούς και προσπάθησαν να τους συνυπολογίσουν στην ανάλυσή τους. Το κρίσιμο είναι ότι, ακόμη και αφού έλαβαν υπόψη τους παράγοντες που σχετίζονται με την περιορισμένη ικανότητα των κρατών να καταγράφουν θανάτους, παρέμενε μια ισχυρή σχέση ανάμεσα στην υπο-καταγραφή θανάτων και στα πολιτικά και θεσμικά χαρακτηριστικά μιας χώρας.
Και αυτό είναι το σημείο όπου η έρευνα γίνεται περισσότερο πολιτική παρά απλώς στατιστική.
Οι κυβερνήσεις και η εξουσία της πληροφορίας
Για να εξετάσουν κατά πόσο οι πολίτες μπορούσαν να εντοπίσουν και να αμφισβητήσουν ανακριβείς κυβερνητικές πληροφορίες, οι ερευνητές δημιούργησαν έναν δείκτη που περιγράφει αυτό που αποκαλούν «audience sophistication», δηλαδή την ενημέρωση και την ικανότητα του εκάστοτε κοινού να αξιολογεί τις πληροφορίες που λαμβάνει. Στον δείκτη συμπεριέλαβαν στοιχεία όπως το ποσοστό των ενηλίκων που είχαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή πρόσβαση στο διαδίκτυο, καθώς και δεδομένα από τον Δείκτη Εκπαίδευσης της Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. στη συνέχεια σύγκριναν αυτό το μέτρο με τους θεσμικούς περιορισμούς που υπήρχαν στην εκτελεστική εξουσία κάθε χώρας.
Η εικόνα που προέκυψε ήταν αρκετά σταθερή: όσο πιο αδύναμοι ήταν οι θεσμικοί έλεγχοι και τα αντίβαρα στην εκάστοτε κυβέρνηση, τόσο μεγαλύτερη ήταν η τάση υπο-αναφοράς των θανάτων. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο «informational autocrats», δηλαδή «αυταρχικοί ηγέτες ελέγχου της πληροφορίας», για να περιγράψουν κυβερνήσεις που μπορούν να ελέγχουν ή να διαμορφώνουν την επίσημη εικόνα μιας κρίσης όταν δεν υπάρχουν αρκετοί θεσμικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί που να τις περιορίζουν.
Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, ο σημαντικότερος παράγοντας που συνδέεται με την έκταση της υπο-καταγραφής είναι οι θεσμικοί περιορισμοί στην εκτελεστική εξουσία. Παράλληλα, αυτή η υπο-καταγραφή μειώνεται σημαντικά όσο αυξάνεται η ενημέρωση και η «πολυπλοκότητα» του κοινού. Αντίθετα, οι ερευνητές βρήκαν λιγότερα στοιχεία που να συνδέουν την υπο-καταγραφή με πολιτισμικούς παράγοντες ή με γενικότερα μακροοικονομικά κίνητρα. Παρά τα ευρήματα ωστόσο, οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν ότι απέδειξαν πως οι κυβερνήσεις σκόπιμα απέκρυψαν τους θανάτους.
Μια κυβέρνηση μπορεί να είχε θεσμούς που λειτουργούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε οι θάνατοι να καταγράφονταν συστηματικά με υπερβολικά αυστηρά κριτήρια, χωρίς να υπήρχε κάποια εντολή άνωθεν για συγκάλυψη.
Ένας γιατρός ή ένας δημόσιος υπάλληλος, για παράδειγμα, μπορεί να ήταν απρόθυμος να χαρακτηρίσει έναν θάνατο ως ‘θάνατο από COVID-19’ αν δεν υπήρχε απόλυτη βεβαιότητα ότι ο ιός ήταν η αιτία. Αυτή η πρακτική μπορεί να επαναλήφθηκε χιλιάδες φορές και τελικά να δημιούργησε μια τεράστια απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική θνησιμότητα και στους επίσημους αριθμούς. Έτσι, η χαμηλότερη καταγραφή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πολιτικής απόκρυψης. Ωστόσο, οι ερευνητές χαρακτηρίζουν «πιθανότατα αξιοσημείωτο» το γεγονός ότι οι χώρες με τα πιο ακριβή δεδομένα για την COVID-19 είχαν ισχυρότερους περιορισμούς στη δυνατότητα της κυβέρνησης να χειραγωγεί την πληροφόρηση.
Όταν οι εκλογές συνέπεσαν με την πανδημία
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη εύρημα που δίνει στην υπόθεση ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Οι Shayo και Karlinsky εντόπισαν ενδείξεις ότι η ανακριβής αναφορά των θανάτων ήταν μεγαλύτερη στις χώρες που είχαν εκλογές κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι οι κυβερνήσεις παραποίησαν τα στοιχεία προκειμένου να επηρεάσουν τους ψηφοφόρους. Η χρονική σύμπτωση και μόνο δεν αρκεί για ένα τέτοιο συμπέρασμα.
Δείχνει, όμως, ότι η πολιτική συγκυρία μπορεί να είχε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε δημόσια η σοβαρότητα της πανδημίας. Σε μια περίοδο όπου οι κυβερνήσεις αξιολογούνταν καθημερινά για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, η εικόνα των θανάτων αποτελούσε ένα από τα πιο άμεσα και πολιτικά ευαίσθητα μέτρα της επιτυχίας ή της αποτυχίας τους. Ο λόγος που τα δεδομένα για τη συνολική θνησιμότητα έχουν τόσο μεγάλη σημασία είναι ότι επιτρέπουν στους ερευνητές να κοιτάξουν πέρα από την επίσημη αιτία θανάτου.
Αν μια χώρα παρουσιάζει έναν συγκεκριμένο αριθμό θανάτων από COVID-19, αλλά την ίδια περίοδο καταγράφει πολύ περισσότερους θανάτους από όλες τις άλλες αιτίες σε σχέση με αυτό που θα αναμενόταν με βάση τα προηγούμενα χρόνια, η διαφορά μπορεί να αποκαλύψει μέρος της πραγματικής επίδρασης της πανδημίας. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε χώρες όπου τα συστήματα επιτήρησης της COVID-19 ήταν ανεπαρκή.
Ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον θάνατος προκλήθηκε από τον ιό. Η πανδημία μπορεί να αύξησε τη θνησιμότητα και έμμεσα, για παράδειγμα επειδή άνθρωποι δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη ή επειδή καθυστερούσαν θεραπείες για άλλες ασθένειες. Γι’ αυτό και η μετάβαση από τους επίσημους θανάτους COVID-19 στους συνολικούς «υπερβάλλοντες» θανάτους απαιτεί στατιστική προσοχή.
Η αξία της συγκεκριμένης μελέτης βρίσκεται στο ότι οι ερευνητές δεν βασίστηκαν αποκλειστικά στις επίσημες ‘ετικέτες’ που έδωσαν οι κυβερνήσεις στους θανάτους. Εξέτασαν το τι συνέβη στη συνολική θνησιμότητα και στη συνέχεια προσπάθησαν να κατανοήσουν γιατί ορισμένα κράτη παρουσίασαν πολύ μεγαλύτερες αποκλίσεις από άλλα. Η έρευνα των Shayo και Karlinsky, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Economic Growth, δεν προσφέρει απλώς έναν μεγαλύτερο αριθμό στον απολογισμό της πανδημίας, αλλά θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για το πώς λειτουργούν τα κράτη όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με μια κρίση.

































