Η συζήτηση για μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στη χρηματοδότηση του κράτους βρίσκεται αυτή την περίοδο στο προσκήνιο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα. Η πολιτική αφετηρία είναι παρόμοια: όσοι έχουν περισσότερα να συνεισφέρουν περισσότερο. Οι προτάσεις, ωστόσο, διαφέρουν ως προς το τι θα επιβαρυνθεί, ποιοι θα πληρώσουν και πόσο σαφής είναι η στατιστική βάση της επιχειρηματολογίας.
Στις ΗΠΑ, η συζήτηση συνδέεται με το χρηματοδοτικό πρόβλημα του ομοσπονδιακού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Εάν δεν υπάρξει νομοθετική παρέμβαση έως το 2032, το σύστημα κινδυνεύει να μπορεί να καταβάλλει μόνο το 78% των προβλεπόμενων συνταξιοδοτικών παροχών.
Μία από τις λύσεις που κερδίζουν έδαφος στο Κογκρέσο είναι η μεγαλύτερη συμμετοχή των υψηλόμισθων. Σήμερα, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης επιβάλλονται σε ετήσιες αποδοχές έως 184.500 δολάρια. Η πρόταση που συζητείται προβλέπει αύξηση ή ακόμη και κατάργηση αυτού του πλαφόν, ώστε μεγαλύτερο τμήμα των πολύ υψηλών εισοδημάτων να χρηματοδοτεί το σύστημα. Η συζήτηση αποκτά και διακομματικά χαρακτηριστικά, καθώς ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Μπέρνι Μορένο έχει συνταχθεί με τη Δημοκρατική Ελίζαμπεθ Γουόρεν υπέρ μεγαλύτερης επιβάρυνσης, ενώ και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι εμφανίζονται ανοικτοί σε αντίστοιχες παρεμβάσεις.
Πρόκειται για μια σχετικά συγκεκριμένη πρόταση: η βάση επιβολής των πρόσθετων εισφορών είναι γνωστή, μπορεί να εκτιμηθεί ποιοι επηρεάζονται και να υπολογιστούν τα αναμενόμενα έσοδα. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Ρούζβελτ, η πλήρης κατάργηση του ανώτατου ορίου θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες παραδοχές, να καλύψει το 67% του μακροπρόθεσμου χρηματοδοτικού κενού.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση που άνοιξε ο Αλέξης Τσίπρας για τη φορολόγηση των πλουσίων μέσω του λεγόμενου «πατριωτικού φόρου» κινείται στην ίδια γενική κατεύθυνση: οι οικονομικά ισχυρότεροι να συνεισφέρουν περισσότερο. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στη βάση που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστούν αυτοί οι οικονομικά ισχυρότεροι.
Τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο Αλέξης Τσίπρας
Ο Αλέξης Τσίπρας επικαλέστηκε στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, σύμφωνα με τα οποία το 0,9% των καταθετών, με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ, κατέχει το 45,7% των επιλέξιμων καταθέσεων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο 0,9% αντιστοιχεί στο πλουσιότερο 0,9% των Ελλήνων. Οι «καταθέτες» που καταγράφει το Ταμείο δεν ταυτίζονται με τον αριθμό των πολιτών. Στις σχετικές στατιστικές εμφανίζονται περίπου 31,7 εκατομμύρια καταθέτες, παρότι ο πληθυσμός της χώρας είναι πολύ μικρότερος. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να καταγράφεται σε διαφορετικές τράπεζες, ενώ στους κοινούς λογαριασμούς εμφανίζονται οι συνδικαιούχοι. Στα στοιχεία περιλαμβάνονται επίσης επιχειρήσεις και άλλοι φορείς. Επομένως, δεν μπορεί το 0,9% των καταθετών να μεταφραστεί αυτομάτως σε «0,9% των πλουσιότερων Ελλήνων». Πρόκειται για διαφορετικές στατιστικές μονάδες.
Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα: οι καταθέσεις δεν αποτυπώνουν τη συνολική περιουσία. Κάποιος μπορεί να έχει 150.000 ευρώ στην τράπεζα, αλλά περιορισμένη ακίνητη περιουσία και σημαντικά χρέη. Αντίθετα, ένας πολίτης με 20.000 ευρώ σε καταθέσεις μπορεί να διαθέτει ακίνητα εκατομμυρίων, μετοχές ή επιχειρηματικές συμμετοχές.
Εάν ο «πατριωτικός φόρος» επιχειρούσε να κινηθεί πιο κοντά στην αμερικανική λογική, θα μπορούσε να επικεντρωθεί στα πολύ υψηλά εισοδήματα αντί στις καταθέσεις. Το ετήσιο εισόδημα αποτελεί σαφέστερη και ευκολότερα μετρήσιμη βάση για μια πρόσθετη επιβάρυνση. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προβλεφθεί ειδική εισφορά μόνο για το εισόδημα πάνω από ένα πολύ υψηλό όριο. Εάν αυτό οριζόταν στις 200.000 ευρώ, ένας φορολογούμενος με εισόδημα 220.000 ευρώ θα επιβαρυνόταν μόνο για τις επιπλέον 20.000 ευρώ.
Εξίσου κρίσιμο θα ήταν να προσδιοριστεί εξαρχής ο προορισμός των πρόσθετων εσόδων. Όπως στην αμερικανική συζήτηση η αύξηση των εισφορών συνδέεται με τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης, έτσι και ένας ελληνικός «πατριωτικός φόρος» θα αποκτούσε σαφέστερο περιεχόμενο εάν τα έσοδά του κατευθύνονταν σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, όπως το ασφαλιστικό σύστημα, η δημόσια υγεία ή άλλη προσδιορισμένη κοινωνική ανάγκη.
Το σημαντικότερο, πάντως, για οποιαδήποτε τέτοια πρόταση είναι οι αριθμοί. Για να μπορεί να αξιολογηθεί όχι μόνο πολιτικά αλλά και δημοσιονομικά, χρειάζεται να είναι γνωστό πόσοι φορολογούμενοι βρίσκονται πάνω από το επιλεγμένο όριο, πόσο θα επιβαρυνθεί κάθε εισοδηματική κατηγορία, πόσα πρόσθετα έσοδα αναμένεται να εισπραχθούν και ποιο μέρος της χρηματοδοτικής ανάγκης που επικαλείται η πρόταση μπορεί πράγματι να καλυφθεί.
































