Μια νέα, πρωτοποριακή παγκόσμια μελέτη ρίχνει φως σε μια λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου κρίσιμη απειλή για την παγκόσμια βιοποικιλότητα, διαπιστώνοντας πως τα έντομα δεν είναι μόνο εισβολείς, αλλά και θύματα χωροκατακτητικών ξένων ειδών.
Ερευνητές από το UK Centre for Ecology & Hydrology (UKCEH) ανέλυσαν δεδομένα από 52 μελέτες σε έξι ηπείρους και κατέληξαν σε συμπέρασμα που σοκάρει: τα χωροκατακτητικά είδη μειώνουν κατά μέσο όρο κατά 31 % την αφθονία των εντόμων (όπως μέλισσες, σφήκες, μυρμήγκια) και κατά 26 % την ποικιλότητα των ειδών τους. Αυτό σημαίνει ότι οργανισμοί που εισάγονται σε νέες περιοχές, είτε λόγω ανθρώπινων μετακινήσεων, είτε εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής που ανοίγει νέα οικοσυστήματα για αυτά, ανταγωνίζονται τα ντόπια έντομα για πόρους, τρέφονται από αυτά ή καταστρέφουν το περιβάλλον όπου αυτά ζουν και τρέφονται. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα ίδια έντομα που θεωρούμε συχνά «ενοχλητικά» στη ζωή μας, όπως τις μέλισσες, τα μυρμήγκια, τις σφήκες και άλλες ομάδες, πλήττονται πολύ πιο έντονα από ό,τι άλλα είδη, όπως τα σκαθάρια.
Συγκεκριμένα, η ανάλυση διαπίστωσε ότι οι μέσες μειώσεις στην αφθονία των Ημίπτερων είναι 58%, των Υμενόπτερων (μυρμήγκια, μέλισσες, μύγες και σφήκες) 37%, των Ορθόπτερων (ακρίδες, ακρίδες και γρύλοι) 27% και των Κολεόπτερων (σκαθάρια) 12%.Η έρευνα αποδεικνύει ότι η απειλή από είδη-εισβολέις δεν είναι απλώς μια «τοπική» ανησυχία αλλά παγκόσμιο φαινόμενο με βαθιές επιπτώσεις στις οικολογικές ‘υπηρεσίες’ που παρέχουν τα έντομα, από την επικονίαση έως τον φυσικό έλεγχο παρασίτων. Η επιβίωση των φυτών που τρέφονται από τα έντομα απειλείται όταν τα εισβολικά φυτά αντικαθιστούν τα αυτόχθονα, ενώ τα εισβολικά ζώα μπορούν να τρώνε ή να ανταγωνίζονται απευθείας έντομα για φαγητό και χώρο. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που ποσοτικοποιείται παγκοσμίως η επίδραση των χωροκατακτητικών ειδών στα έντομα, ένα θέμα που μέχρι τώρα είχε μελετηθεί κυρίως για άλλες πιέσεις όπως η αστικοποίηση ή η ρύπανση. Τα χωροκατακτητικά είδη ήδη θεωρούνται από το Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services, IPBES (Διακυβερνητική Πλατφόρμα Επιστήμης-Πολιτικής για τη Βιοποικιλότητα και τις Οικοσυστημικές Υπηρεσίες) ως ένας από τους πέντε κύριους άμεσους παράγοντες της απώλειας βιοποικιλότητας, δίπλα στην αλλαγή χρήσης γης, την υπερεκμετάλλευση, την αλλαγή του κλίματος και τη ρύπανση.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications επικεντρώθηκε σε τέσσερις ζωικές τάξεις, που αντιπροσωπεύουν το 62% όλων των ειδών εντόμων, τα οποία οι ειδικοί έχουν χαρακτηρίσει ως ιδιαίτερα απειλούμενα από χωροκατακτητικά μη ιθαγενή είδη. Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Natural Environment Research Council στο πλαίσιο του έργου GLiTRS (Global Insect Threat-Response Synthesis), υποστηρίζεται από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Cambridge, του Exeter, του University College London, της Zoological Society of London και του Stellenbosch University. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η κατάσταση δεν πρόκειται να βελτιωθεί από μόνη της, καθώς η παγκόσμια μεταφορά ειδών μέσω ταξιδιών και εμπορίου συνεχίζει να αυξάνει την εξάπλωση ξενικών οργανισμών, ενώ η αύξηση των θερμοκρασιών καθιστά νέα περιβάλλοντα πιο φιλόξενα για αυτά.
Ταυτόχρονα, υπογραμμίζουν ότι υπάρχουν πρακτικά βήματα που όλοι μπορούν να ακολουθήσουν για να περιορίσουν την εξάπλωση των εισβολικών ειδών, όπως η υιοθέτηση κανόνων «check, clean, dry» για εξοπλισμό που χρησιμοποιείται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η προσεκτική επιλογή φυτών στους κήπους, και η διεθνής συνεργασία για την ενίσχυση της βιοασφάλειας. Συνιστάται στους κηπουρούς για παράδειγμα, να εξετάζουν προσεκτικά την επιλογή των φυτών τους, ενώ οι ψαράδες, οι εργάτες σκαφών και οι δασοκόμοι, για παράδειγμα, να «ελέγχουν, να καθαρίζουν και να στεγνώνουν» τον εξοπλισμό.





























