Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) δεν είναι απλώς «αφηρημάδα» ή υπερκινητικότητα. Πρόκειται για μια χρόνια και συχνά εξουθενωτική νευροαναπτυξιακή διαταραχή που εκδηλώνεται με έντονη απροσεξία, παρορμητικότητα, υπερκινητικότητα ή και με συνδυασμό αυτών. Επηρεάζει περίπου το 5% των παιδιών και, σε έως και 70% των περιπτώσεων, τα συμπτώματα συνεχίζουν και στην ενήλικη ζωή.Η ΔΕΠΥ σπάνια έρχεται μόνη της, συχνά συνυπάρχει με αγχώδεις και συναισθηματικές διαταραχές, με προβλήματα διάθεσης και με εξαρτήσεις, ενώ συνοδεύεται από συναισθηματική και εκτελεστική δυσλειτουργία.
Οι επιπτώσεις της είναι βαθιές και πολυεπίπεδες, όπως χαμηλότερη σχολική και επαγγελματική απόδοση, δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις, αυξημένος κίνδυνος ατυχημάτων και συνολικά μειωμένη ποιότητα ζωής. Παράλληλα, η ΔΕΠΥ συνοδεύεται και σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος.Μια νέα εκτεταμένη μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο British Medical Journal (BMJ) φιλοδοξεί τώρα να προσφέρει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με το όφελος και τις παρενέργειες των διαθέσιμων θεραπειών για τη ΔΕΠΥ σε παιδιά, σε εφήβους και σε ενήλικες. Η έρευνα βασίστηκε σε 221 μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών και εξέτασε τόσο τις φαρμακευτικές όσο και τις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, με στόχο να διευκολύνει τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι ορισμένα φάρμακα, όπως οι αμφεταμίνες, η μεθυλφαινιδάτη, η ατομοξετίνη και η βιλοξαζίνη προσφέρουν σημαντική βραχυπρόθεσμη ανακούφιση από τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ, ιδιαίτερα σε παιδιά και σε εφήβους. Σε ενήλικες, η ατομοξετίνη και η μεθυλφαινιδάτη εμφανίζουν μέτρια αποτελεσματικότητα. Παράλληλα, η ανοχή στα φάρμακα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, με τη μεθυλφαινιδάτη να φαίνεται πιο καλά ανεκτή στη νεαρή ηλικία.Όσον αφορά τις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, όπως η γονική εκπαίδευση, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, η ενσυνειδητότητα, η σωματική δραστηριότητα και ο βελονισμός, τα αποτελέσματα κρίνονται ενθαρρυντικά. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρήση τους είναι περιορισμένα και χαμηλής ποιότητας. Αυτό οφείλεται κυρίως στον μικρό αριθμό συμμετεχόντων (μικρό δείγμα) και στον αυξημένο κίνδυνο μεροληψίας των μελετών. Οι περιορισμοί αυτοί αφορούν ιδιαίτερα τις έρευνες που αξιολόγησαν τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία σε παιδιά και σε εφήβους, καθώς και τις μελέτες για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της ενσυνειδητότητας στους ενήλικες, αν και η ενσυνειδητότητα αποτέλεσε τη μοναδική παρέμβαση που έδειξε μεγάλα και διατηρήσιμα οφέλη σε εκτεταμένη παρακολούθηση.
Μια νέα πλατφόρμα βοηθά στη λήψη αποφάσεων
Για να στηρίξουν τη συνδυαστική συναπόφαση μεταξύ ατόμων με ΔΕΠΥ και των κλινικών ιατρών τους, οι ερευνητές δημιούργησαν μια καινοτόμο διαδικτυακή πλατφόρμα που επιτρέπει σε γιατρούς, ασθενείς και φροντιστές να βλέπουν συγκεντρωτικά τα επιστημονικά δεδομένα για κάθε θεραπεία, να αξιολογούν τα πιθανά οφέλη και τις παρενέργειες και να λαμβάνουν αποφάσεις βασισμένες στα διαθέσιμα στοιχεία. Η πλατφόρμα αυτή λειτουργεί ως ουσιαστικός σύνδεσμος ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και την καθημερινή κλινική πρακτική, διευκολύνοντας την εξατομικευμένη αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ.Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ και οι οικογένειές τους συχνά ‘βομβαρδίζονται’ από αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με το ποιες θεραπείες είναι αποτελεσματικές, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι τόσο η μελέτη όσο και ο συνοδευτικός ιστότοπος παρέχουν την πιο έγκυρη, τεκμηριωμένη και προσβάσιμη καθοδήγηση που είναι διαθέσιμη αυτή τη στιγμή.
Ο ιστότοπος «Evidence-Based Interventions for ADHD (Παρεμβάσεις βασισμένες σε τεκμήρια για τη ΔΕΠΥ) προσφέρει ελεύθερα διαθέσιμες, βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα και πληροφορίες που συνεχώς ενημερώνονται, με τρόπο εύκολα κατανοητό, αποτελώντας την πρώτη πλατφόρμα παγκοσμίως που το επιτυγχάνει αυτό στηριζόμενη σε τόσο αυστηρή σύνθεση των διαθέσιμων στοιχείων.
«Η προσπάθεια αυτή ελπίζουμε να προσφέρει ένα κοινό σημείο αναφοράς που μπορούν να εμπιστευτούν οι κλινικοί θεραπευτές, τα άτομα με ΔΕΠΥ και οι γονείς τους, ώστε να ξεκινήσουν τη συζήτηση σχετικά με το τι θέλουν να δοκιμάσουν. Κάθε άτομο είναι βέβαια διαφορετικό, αλλά τουλάχιστον η πλατφόρμα μπορεί να μειώσει τη σύγχυση και την παραπληροφόρηση που συχνά διακινείται γύρω από ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα», σχολιάζει στο Dnews ο καθηγητής Ιωάννης Ιωαννίδης από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ο οποίος είναι ένας από τους συγγραφείς που υπογράφουν τη μελέτη στο BMJ και την ανάπτυξη της πλατφόρμας.Τα ευρήματα της μελέτης συμπληρώνουν τις υπάρχουσες διεθνείς κλινικές οδηγίες, όχι μόνο παρέχοντας εύκολη πρόσβαση σε δεδομένα υψηλής ποιότητας, αλλά και καλύπτοντας παρεμβάσεις που συνήθως δεν περιλαμβάνονται σε αυτές.Ωστόσο, παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματά της, όπως η ενοποίηση δεδομένων από μεγάλο αριθμό μελετών, η διόρθωση ανακριβειών μέσω επανελέγχου πρωτογενών δεδομένων και η διαφάνεια στην αξιολόγηση των θεραπειών, η μελέτη έχει και περιορισμούς. Τα αποτελέσματα αφορούν ομάδες ασθενών και όχι απαραίτητα κάθε άτομο ξεχωριστά, τα δεδομένα για συνδυαστικές φαρμακευτικές και ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένα, ενώ η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα των περισσότερων θεραπειών παραμένει σε μεγάλο βαθμό ασαφής
































