«Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι καταγγελίες, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις και οι αιχμές για τη λειτουργία της διαιτησίας στο ελληνικό μπάσκετ διαδέχονταν η μία την άλλη. Τον περασμένο Απρίλιο, η καταγγελία της ΚΑΕ Αμαρουσίου έφερε το ζήτημα ακόμη πιο έντονα στο προσκήνιο. Η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός είχαν πλέον κάθε λόγο να κινητοποιηθούν άμεσα», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Τομέας Αθλητισμού της ΕΛΑΣ με φόντο τις εξελίξεις στο σκάνδαλο μπάσκετ.
«Σήμερα, με τη δικαστική έρευνα για υποθέσεις δωροδοκίας και χειραγώγησης αγώνων, τις έξι συλλήψεις και τις τρεις προφυλακίσεις, μεταξύ των οποίων και του προέδρου της ΕΟΚ, Βαγγέλη Λιόλιου, του εκλεκτού του Μαξίμου και του Κυρ. Μητσοτάκη, το ελληνικό μπάσκετ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια βαθιά κρίση αξιοπιστίας. Την ώρα που η δικαστική διερεύνηση είναι σε εξέλιξη παραμένει ουσιαστικά αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα. Τι έκανε η κυβέρνηση όταν οι καταγγελίες είχαν ήδη τεθεί υπόψη της;
Ο Γιάννης Βρούτσης, έπειτα από μακρά περίοδο απουσίας από την ουσία του προβλήματος, εμφανίστηκε τις τελευταίες ημέρες με διαδοχικές ανακοινώσεις, προβάλλοντας τον ρόλο της Εθνικής Πλατφόρμας Αθλητικής Ακεραιότητας (ΕΠΑΘΛΑ) και τη διαβίβαση της καταγγελίας στον εισαγγελέα. Η διαβίβαση μιας καταγγελίας στη Δικαιοσύνη είναι υποχρέωση, όχι πολιτικό επίτευγμα. Το ζητούμενο είναι τι έκανε το Υπουργείο για να ελέγξει εγκαίρως όσα καταγγέλλονταν.
Γιατί, από τον περασμένο Απρίλιο, δεν κινητοποιήθηκαν άμεσα οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, ώστε να εξετάσουν αν τηρούνταν οι κανονισμοί διαιτησίας; Κανονισμοί που εγκρίνονται με υπουργικές αποφάσεις και η τήρηση των οποίων υπόκειται σε διοικητικό και κανονιστικό έλεγχο. Η κυβέρνηση είχε θεσμικά εργαλεία στη διάθεσή της. Γιατί δεν τα αξιοποίησε εγκαίρως;
Αντί για έγκαιρη και ουσιαστική παρέμβαση, βλέπουμε τώρα έκτακτους δημοσιονομικούς και διαχειριστικούς ελέγχους στην ΕΟΚ. Μέτρα που θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί πολύ νωρίτερα παρουσιάζονται σήμερα ως απάντηση στην κρίση. Η καθυστερημένη κινητοποίηση δεν διαγράφει την προηγούμενη αδράνεια ούτε απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία από την υποχρέωση να εξηγήσει τις επιλογές και τις παραλείψεις της.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναστολή της επιχορήγησης της Ομοσπονδίας. Ποιον ακριβώς τιμωρεί αυτό το μέτρο; Τους παράγοντες που ενδεχομένως εμπλέκονται σε παράνομες πρακτικές ή την ευρύτερη οικογένεια του ελληνικού μπάσκετ; Τις ενώσεις, τα σωματεία, τους εργαζόμενους, τους ομοσπονδιακούς προπονητές και, τελικά, τα χιλιάδες παιδιά που αθλούνται στις ακαδημίες όλης της χώρας; Η αντιμετώπιση παραβατικών συμπεριφορών απαιτεί στοχευμένους ελέγχους και λογοδοσία, όχι μέτρα που κινδυνεύουν να πλήξουν συνολικά τον ερασιτεχνικό αθλητισμό», συνεχίζει και προσθέτει:
«Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται, με μέγιστη υποκρισία σήμερα, την ανάγκη κάθαρσης, όταν είχε στη διάθεσή της χρόνια για να παρέμβει. Ούτε μπορεί ο υπουργός να επιχειρεί να μετατρέψει τις αυτονόητες διοικητικές ενέργειες σε επικοινωνιακή ασπίδα απέναντι στις πολιτικές του ευθύνες. Οι διαδοχικές ανακοινώσεις και η πρόσκληση του ΔΣ της ΕΟΚ στο υπουργείο, με φόντο τις συζητήσεις περί παραίτησής του, δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα. Πού ήταν το Υπουργείο όταν οι καταγγελίες απαιτούσαν άμεση δράση;
Δεν είναι, βέβαια, καινούργιο αυτό το παιχνίδι του «διπλωμάτη – υπουργού», άξιου συνεχιστή του Λευτέρη Αυγενάκη, που συνεχίζει με επικοινωνιακά τερτίπια να καλύψει τα όσα δεν έπραξε, αφού οι εξελίξεις από την αδράνειά του είναι καταιγιστικές. Ποιος μπορεί άλλωστε να ξεχάσει τις συνεχείς φωτογραφικές διατάξεις που πέρασαν με σκοπό τον έλεγχο των ομοσπονδιών;
Το ελληνικό μπάσκετ, όπως και όλος ο ερασιτεχνικός αθλητισμός, ανήκει στους αθλητές, στα σωματεία και στους φιλάθλους. Όχι στους παράγοντες. Όχι στα συμφέροντα. Όχι στους εκλεκτούς.
Ο κόσμος του μπάσκετ ζητά την παραίτηση του Γιάννη Βρούτση και την πλήρη διερεύνηση όλων των καταγγελιών, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς συμψηφισμούς. Η Κυβέρνηση οφείλει απαντήσεις. Για όσα έκανε και, κυρίως, για όσα δεν έκανε».

































