Τη δυσαρέσκειά του για τον χαρακτηρισμό «βλάκας» που απέδωσε ο Θανάσης Καρτερός στον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά και τις επιφυλάξεις του για τη δημοσκοπική εικόνα της ΕΛ.Α.Σ., εξέφρασε ο διδάκτωρ κοινωνιολογίας και συγγραφέας Γιώργος Σιακαντάρης, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1.
Η δήλωση Τσίπρα για τον χαρακτηρισμό Καρτερού
Αναφερόμενος στον χαρακτηρισμό που χρησιμοποίησε ο Θανάσης Καρτερός για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο Γιώργος Σιακαντάρης εκτίμησε ότι η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτικών κομμάτων δεν πρέπει να οδηγεί στην απαξίωσή τους.
«Η δήλωση του κ. Τσίπρα καλύπτει ακριβώς το θέμα έτσι όπως έπρεπε να καλυφθεί. Υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των κομμάτων, κάτι το οποίο είναι αυτονόητο εφόσον είναι δύο διαφορετικά κόμματα θα ανταγωνίζονται για την πίτα που μοιράζουν οι εκλογές αλλά όχι όμως τέτοιου είδους ανταγωνισμός που οδηγεί στην απαξίωση των πολιτικών δυνάμεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, ο Αλέξης Τσίπρας δεν παρεμβαίνει στην αρθρογραφία των συνεργατών του ούτε τους υποδεικνύει τι να γράψουν ή τι να πουν, ακόμη και όταν διαφωνεί με τις απόψεις τους.
«Πιστεύω ότι η δήλωση του κ. Τσίπρα δείχνει δυσαρέσκεια και δείχνει προσπάθεια όχι να μαζέψει το πράγμα αλλά να το στρέψει προς τη σωστή κατεύθυνση», πρόσθεσε.
Ο κ. Σιακαντάρης χαρακτήρισε, παράλληλα, παράλογη την υιοθέτηση του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού, τονίζοντας ότι τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις δεν διευκολύνουν ούτε τον πολιτικό διάλογο ούτε την προοπτική συνεργασίας των συγκεκριμένων δυνάμεων μετά τις εκλογές.
«Δεν είμαι ικανοποιημένος με το 15% της ΕΛ.Α.Σ.»
Ερωτηθείς για τη δημοσκοπική εικόνα της ΕΛ.Α.Σ., ο Γιώργος Σιακαντάρης δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένος με το ποσοστό του 15%, υποστηρίζοντας ότι ο πολιτικός σχηματισμός θα πρέπει να κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, εφόσον επιδιώκει να αποτελέσει εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
«Δεν είμαι ικανοποιημένος με το 15%. Είχα πει σε ανύποπτο χρόνο ότι πριν τον Νοέμβριο η ΕΛ.Α.Σ πρέπει να είναι γύρω στο 20% αν διεκδικεί στις επόμενες εκλογές να αποτελέσει σοβαρή εναλλακτική κυβερνητική λύση», ανέφερε.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη να διατηρηθεί σαφές το αριστερό πολιτικό στίγμα, στη βάση των θέσεων που είχαν παρουσιαστεί στο μανιφέστο.
«Πιστεύω ότι πρέπει να δώσει το αριστερό στίγμα και να συνεχίσει στη βάση του αριστερού στίγματος που είχε δώσει στο μανιφέστο κι όχι να επαμφοτερίζει σε διάφορα θέματα όπως η φορολογική πολιτική», σημείωσε.
Η κριτική για τη φορολογική πολιτική
Σχολιάζοντας το ενδεχόμενο η ΕΛ.Α.Σ. να απευθύνεται και σε κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται δεξιότερα του πολιτικού της χώρου, ο κ. Σιακαντάρης διευκρίνισε ότι, κατά την εκτίμησή του, το ζήτημα αφορά τον πολιτικό οργανισμό και όχι προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα.
«Κλείνει το μάτι σε κοινωνικά στρώματα τα οποία είναι ισχυρά όσον αφορά την θέση τους στην ελληνική κοινωνία και τη σχέση τους με τον πλούτο», ανέφερε.
Ο ίδιος έθεσε ερωτήματα για τη φορολογική πολιτική που προωθείται, εστιάζοντας ειδικότερα στη συζήτηση για τα υπερκέρδη και αντιπαραβάλλοντάς την με την πρόταση για προοδευτική φορολογία που περιλαμβανόταν στο μανιφέστο.
«Αυτό που προτείναμε στο μανιφέστο είναι η προοδευτική φορολογία. Μπορούμε να έχουμε προοδευτική φορολογία ή όχι και για τα κέρδη γιατί έχουμε προοδευτική φορολογία μόνο για τους εργαζόμενους, δεν έχουμε προοδευτική φορολογία για τους πλούσιους», τόνισε.
«Η κανονικότητα σήμερα είναι η κανονικότητα των σκανδάλων»
Τέλος, αναφερόμενος στη θέση ότι «η κανονικότητα δεν είναι ευκαιρία για την Αριστερά», ο Γιώργος Σιακαντάρης υποστήριξε ότι η απάντηση εξαρτάται από το περιεχόμενο που δίνεται στον όρο «κανονικότητα».
Όπως ανέφερε, εάν πρόκειται για την κανονικότητα που συνδέεται με σκάνδαλα, όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και με την ενίσχυση της εξάρτησης των εργαζομένων από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, τότε αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Από την άλλη πλευρά, επισήμανε ότι η χώρα έχει ανάγκη από πρόοδο και ανάπτυξη, θέτοντας το ερώτημα εάν αυτή θα στηριχθεί στην ενίσχυση του πλούτου ή στην ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους.
«Θα έχουμε ισχυρή ανάπτυξη αν έχουμε ισχυρό κράτος πρόνοιας», κατέληξε.































