Απάντηση στις προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα για τη μείωση των τιμών στα καύσιμα δίνει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που παρουσίασε ο πρώην πρωθυπουργός είτε προσκρούουν στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο είτε συνεπάγονται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, χωρίς, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγούν σε άμεση αποκλιμάκωση των τιμών στην αντλία.
Με αφορμή την πρόταση για πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,40 ευρώ και diesel στα 1,80 ευρώ το λίτρο, το ΥΠΕΘΟ σχολιάζει ότι «ανάμεσα στην εξαγγελία και στην τιμή λείπει το βασικό: η αριθμητική», επιχειρώντας να αντικρούσει μία προς μία τις παρεμβάσεις που παρουσίασε ο κ. Τσίπρας.
Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο για τον ΦΠΑ και το Κόστος του ΕΦΚ
Σε ό,τι αφορά τη μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 13%, το υπουργείο υποστηρίζει ότι μια τέτοια κίνηση δεν μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς, σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, υπάρχουν περιορισμοί που απορρέουν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τον ΦΠΑ. Αναφέρεται, μάλιστα, στο παράδειγμα της Ισπανίας, σημειώνοντας ότι αντίστοιχη παρέμβαση εφαρμόστηκε προσωρινά και στη συνέχεια ανακλήθηκε.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΥΠΕΘΟ και στην πρόταση για μείωση κατά 50% του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παραθέτει, τα ετήσια έσοδα από τον ΕΦΚ ανέρχονται περίπου στα 4 δισ. ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι η μείωσή του στο μισό θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κενό της τάξης των 2 δισ. ευρώ.
Το υπουργείο θέτει, στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα από πού θα μπορούσαν να καλυφθούν οι συγκεκριμένες απώλειες εσόδων, συνδέοντας το ζήτημα με την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας. Υπενθυμίζει παράλληλα τη θέση του πρωθυπουργού ότι, σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης της ενεργειακής κρίσης, η κυβέρνηση θα επιδιώξει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να χρηματοδοτήσει νέα μέτρα στήριξης.
Η Φορολόγηση των Υπερκερδών και η Συμβολή των Διυλιστηρίων
Στο θέμα της φορολόγησης των υπερκερδών των διυλιστηρίων, το ΥΠΕΘΟ σημειώνει ότι η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε φορολόγηση των πλεοναζόντων κερδών για το 2022 και το 2023. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι μια νέα φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη της τρέχουσας περιόδου δεν θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις σημερινές τιμές των καυσίμων, καθώς η σχετική φορολογική εκκαθάριση θα πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο του 2027.
Κατά το υπουργείο, τα διυλιστήρια συμμετέχουν ήδη στην προσπάθεια συγκράτησης των τιμών μέσω εκπτώσεων που υπερβαίνουν τα 30 εκατ. ευρώ τον μήνα, ενώ από τα μέσα Ιουλίου έχουν διαθέσει συνολικά 87 εκατ. ευρώ. Η συγκεκριμένη συνεισφορά, όπως αναφέρεται, αναμένεται να συνεχιστεί.
Ανταγωνιστικότητα, Εξαγωγές και το Εργαλείο του Πλαφόν
Το ΥΠΕΘΟ επικαλείται παράλληλα τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του κλάδου, επισημαίνοντας ότι τα ελληνικά διυλιστήρια ανταγωνίζονται επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και ότι μια μονομερής πρόσθετη επιβάρυνση θα μπορούσε, κατά την εκτίμησή του, να επηρεάσει τη θέση της ελληνικής παραγωγής. Στην ανακοίνωση αναφέρεται επίσης ότι τα πετρελαιοειδή αποτέλεσαν το 2025 τη μεγαλύτερη κατηγορία ελληνικών εξαγωγών, με αξία περίπου 10,4 δισ. ευρώ.
Για την πρόταση επιβολής πλαφόν στα διυλιστήρια, το υπουργείο δεν αποκλείει εκ προοιμίου το συγκεκριμένο εργαλείο, σημειώνοντας ότι «κανένα εργαλείο δεν είναι ταμπού». Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να αξιολογείται με βάση το κατά πόσο οδηγεί πράγματι σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, χωρίς να προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά ή προβλήματα στον εφοδιασμό.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται τελικά οι τιμές των 1,40 ευρώ για το πετρέλαιο θέρμανσης και των 1,80 ευρώ για το diesel που έθεσε ως στόχο ο Αλέξης Τσίπρας. Το ΥΠΕΘΟ αμφισβητεί ότι τα μέτρα που προτάθηκαν επαρκούν για να οδηγήσουν σε αυτά τα επίπεδα, υποστηρίζοντας ότι άλλο είναι η ανακοίνωση μιας επιθυμητής τιμής και άλλο η διαμόρφωσή της στην πραγματική αγορά.
Παράλληλα, το υπουργείο προβάλλει τις μέχρι σήμερα κυβερνητικές παρεμβάσεις για την ενεργειακή κρίση, αναφέροντας ότι μέσα σε λίγους μήνες έχουν διατεθεί περισσότερα από 800 εκατ. ευρώ για τη στήριξη πολιτών και επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς τα μέτρα ενεργειακής στήριξης ως ποσοστό του ΑΕΠ, χωρίς στον συγκεκριμένο υπολογισμό να περιλαμβάνονται τα μέτρα ύψους 4 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκαν στις ΔΕΘ του 2025 και του 2026 για τη μόνιμη ενίσχυση των εισοδημάτων.
«Μια διεθνής ενεργειακή κρίση δεν εξαφανίζεται με ένα άρθρο κι έναν νόμο», καταλήγει το υπουργείο, υποστηρίζοντας ότι η αντιμετώπισή της απαιτεί παρεμβάσεις που συνδυάζουν τη στήριξη των καταναλωτών με τη δημοσιονομική σταθερότητα.
































