Το ζήτημα της απαγόρευσης της οπλοκατοχής για τους παπάδες έθεσε ο βουλευτής της ΝΔ Ανδρέας Νικολακόπουλος, σε ερώτηση που κατέθεσε ζητώντας από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να απαντήσει με ποια νομική βάση εξακολουθεί να μην επιτρέπεται το κυνήγι στους κληρικούς.
Στην ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος επεσήμανε ότι ιδιαίτερα στις τοπικές κοινωνίες, όπου το κυνήγι αποτελεί διαχρονικά μέρος της κοινωνικής ζωής, της παράδοσης και της νόμιμης ψυχαγωγικής δραστηριότητας, πολλοί κληρικοί επιθυμούν να συμμετέχουν σε αυτή, τηρώντας απαρέγκλιτα όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις που ισχύουν για κάθε άλλο πολίτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, ζήτησε από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να απαντήσει: «Ποια είναι η ακριβής νομική βάση που εξακολουθεί να αποκλείει τους κληρικούς από τη δυνατότητα απόκτησης άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου και συμμετοχής στη νόμιμη κυνηγετική δραστηριότητα και πως αιτιολογείται η εξαίρεση αυτή υπό το πρίσμα των άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας».
Η απάντηση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τους παπάδες και την οπλοκατοχή
Στην έγγραφη απάντηση που διαβίβασε στη Βουλή, ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, Γιάννης Λαμπρόπουλος, υπογραμμίζει ότι υφίσταται πλήρης απαγόρευση της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας από κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού, χωρίς να εξαιρείται η χρήση όπλων για θήρα. Για αυτό, επικαλείται την απόφαση του ΣτΕ του 1990 και παλαιότερα έγγραφα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας και της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης.
«Ως προς την περίπτωση των κληρικών και μοναχών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, επισημαίνεται ότι το εν λόγω ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθ. 2569/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, υπό το πρίσμα του άρθρου 3 (παρ. 1) του Συντάγματος, ότι η νομοθετική και διοικητική δράση δεν μπορεί να αντίκειται στο περιεχόμενο των ιερών κανόνων που κατοχυρώνονται συνταγματικά, στο μέτρο που αυτοί αφορούν στις πνευματικές και δογματικές αρχές της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι, κατόπιν εγγράφων της αρμόδιας Διεύθυνσης του Αρχηγείου προς τον σκοπό της διαχείρισης συναφών αιτημάτων, απεστάλησαν σχετικά (από 15-01-2016, 13-06-2006 και 15-04-2002) έγγραφα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, σύμφωνα με τα οποία προκύπτει η πλήρης απαγόρευση της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας από κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού, χωρίς να εξαιρείται η χρήση όπλων για θήρα», αναφέρει στην απάντηση ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη.
Συνεπώς, καταλήγει, η διαμορφωθείσα διοικητική αντιμετώπιση του υπόψη ζητήματος από την Ελληνική Αστυνομία ερείδεται στην εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί όπλων, σε συνδυασμό με το ειδικό συνταγματικό πλαίσιο των σχέσεων Πολιτείας και Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τους σχετικούς ιερούς κανόνες και τις αποφάσεις των αρμόδιων εκκλησιαστικών Οργάνων, αλλά και τη συναφή νομολογία.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ






























