Αλλαγές στην τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο, με τις πρώτες ελαφρύνσεις να κατευθύνονται στους φορολογικά συνεπείς. Στόχος είναι να περιοριστούν οι πρόσθετες επιβαρύνσεις, χωρίς να καταργηθεί ο βασικός μηχανισμός προσδιορισμού του ελάχιστου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα εξακολουθήσει να υπολογίζεται το τεκμαρτό εισόδημα με βάση τον κατώτατο μισθό, ενώ παραμένει και η προσαρμογή ανάλογα με τα χρόνια άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Βασική αλλαγή
Η βασική αλλαγή αφορά την κατάργηση δύο προσαυξήσεων: του 10% που συνδέεται με το κόστος μισθοδοσίας εργαζομένων και του 5% που εφαρμόζεται όταν ο τζίρος του επαγγελματία ξεπερνά τον μέσο κύκλο εργασιών του αντίστοιχου ΚΑΔ. Από τις παρεμβάσεις εκτιμάται ότι θα ωφεληθούν περίπου 320.000 επαγγελματίες.
Προϋπόθεση για τις ελαφρύνσεις θα αποτελεί η φορολογική συνέπεια. Στην κατηγορία αυτή σχεδιάζεται να εντάσσονται όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις τους, εκπληρώνουν εγκαίρως τις υποχρεώσεις τους, διαβιβάζουν σωστά τα στοιχεία στο myDATA και δεν έχουν σοβαρές φορολογικές παραβάσεις. Παράλληλα εξετάζεται διεύρυνση των εξαιρέσεων και των μειώσεων για συγκεκριμένες δραστηριότητες και ΚΑΔ.
Παραδείγματα
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός λογιστή με ετήσιο τζίρο 42.000 ευρώ, ο οποίος απασχολεί έναν εργαζόμενο και εμφανίζει κύκλο εργασιών υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΚΑΔ του. Με το ισχύον σύστημα, το τεκμαρτό εισόδημά του μπορεί να αυξηθεί τόσο λόγω του κόστους μισθοδοσίας όσο και εξαιτίας της υπέρβασης του μέσου τζίρου. Με το νέο καθεστώς, εφόσον είναι φορολογικά συνεπής, οι δύο συγκεκριμένες προσαυξήσεις καταργούνται, περιορίζοντας το εισόδημα πάνω στο οποίο υπολογίζεται ο φόρος.
Αντίστοιχα, ένας φωτογράφος με ετήσιο τζίρο 30.000 ευρώ, χωρίς προσωπικό, ο οποίος ξεπερνά τον μέσο κύκλο εργασιών του ΚΑΔ του, επιβαρύνεται σήμερα μόνο από την προσαύξηση 5% επί της διαφοράς του τζίρου. Με την κατάργηση της συγκεκριμένης προσαύξησης, το τεκμαρτό εισόδημά του θα επιστρέφει στη βασική βάση υπολογισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον κατώτατο μισθό και τα χρόνια άσκησης της δραστηριότητάς του.


























