Η απόφαση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά να προσφύγει στον Άρειο Πάγο για την παγίδευση του κινητού του τηλεφώνου με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator είναι μια κομβική στιγμή. Με την αίτησή του προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελο Μπακέλα, δεν ζητεί απλώς τη διερεύνηση της δικής του περίπτωσης. Θέτει ευθέως ένα ερώτημα που αφορά τη λειτουργία της Δημοκρατίας: πώς είναι δυνατόν ένας πρώην πρωθυπουργός της χώρας να έχει βρεθεί στο στόχαστρο ενός παράνομου μηχανισμού παρακολουθήσεων και, σχεδόν πέντε χρόνια μετά, να μην έχει γίνει ούτε το στοιχειώδες για τη διαλεύκανση της υπόθεσης εκ
μέρους της κυβέρνησης;
Στην αίτησή του προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελο Μπακέλα, ο πρώην πρωθυπουργός μιλά για μια υπόθεση που προκαλεί «εύλογη ανησυχία για την εθνική ασφάλεια, για τη λειτουργία των θεσμών και για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων». Υπενθυμίζει ότι εδώ και μήνες έχει αναδείξει δημόσια την παράνομη παγίδευσή του, από το βήμα της Βουλής αλλά και με δημόσιες παρεμβάσεις του, επιμένοντας ότι πρόκειται για μια υπόθεση που δεν μπορεί να μείνει «στο σκοτάδι ή στη σιωπή» ούτε να γίνει αντικείμενο «μεθοδεύσεων και συγκάλυψης».
Και δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει με αυτό. Διότι δεν μιλάμε για έναν οποιονδήποτε πολίτη. Μιλάμε για έναν πρώην πρωθυπουργό της χώρας, έναν άνθρωπο που διαχειρίστηκε απόρρητες πληροφορίες, συμμετείχε σε κρίσιμες αποφάσεις εθνικής ασφάλειας και εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές διεθνείς και πολιτικές επαφές. Αν ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να γίνει στόχος ενός παράνομου κατασκοπευτικού μηχανισμού, τότε το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της ιδιωτικότητας. Αγγίζει τον πυρήνα της κρατικής ασφάλειας.
Και όμως, σχεδόν πέντε χρόνια μετά την παγίδευση του τηλεφώνου του, δεν έχει γίνει το αυτονόητο. Καμία υπηρεσία δεν έχει εξετάσει τη συσκευή του. Καμία ολοκληρωμένη εγκληματολογική έρευνα δεν έχει πραγματοποιηθεί. Κανείς δεν γνωρίζει ποια δεδομένα ενδεχομένως διέρρευσαν, ποιες συνομιλίες παρακολουθήθηκαν, αν υπήρξε πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες ή αν τέθηκαν σε κίνδυνο ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Αυτό δεν είναι μια απλή παράλειψη. Είναι ένα σοβαρό θεσμικό κενό.
Σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, η αποκάλυψη ότι ένας πρώην πρωθυπουργός βρέθηκε στο στόχαστρο λογισμικού στρατιωτικού τύπου θα είχε σημάνει συναγερμό. Θα είχαν κινητοποιηθεί αμέσως οι διωκτικές αρχές, οι υπηρεσίες ασφαλείας, οι ανεξάρτητες αρχές και η Δικαιοσύνη. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, επικράτησε μια σχεδόν αμήχανη ακινησία.
Εξίσου προβληματική υπήρξε και η στάση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η Επιτροπή δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, κάτι για το οποίο ευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά η κυβερνητική πλειοψηφία. Δεν αντιμετώπισε την υπόθεση με τη σοβαρότητα που επιβάλλει η παρακολούθηση ενός πρώην πρωθυπουργού, υπουργών, στρατιωτικών, κυβερνητικών αξιωματούχων, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών και άλλων. Δεν εξάντλησε τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου που διαθέτει, δεν άσκησε πραγματική πίεση για να δοθούν απαντήσεις και δεν κατάφερε να λειτουργήσει ως ο θεσμικός εγγυητής της διαφάνειας που οφείλει να είναι. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό: όταν ακόμη και σε μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας επικρατεί πολιτική συγκάλυψη, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την ίδια την υπόθεση των υποκλοπών.
Πλέον, τα βλέμματα στρέφονται αναπόφευκτα στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελο Μπακέλα. Ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί την αίτηση του πρώην πρωθυπουργού θα αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ για τη Δικαιοσύνη. Θα διερευνηθεί η υπόθεση σε όλο της το βάθος ή θα παραμείνουν και πάλι αναπάντητα τα πιο κρίσιμα ερωτήματα; Θα εξεταστεί το ενδεχόμενο αδικημάτων που σχετίζονται με την κατασκοπεία, την παραβίαση μυστικών της Πολιτείας και την εθνική ασφάλεια ή η υπόθεση θα συνεχίσει να σέρνεται μέσα σε μια γκρίζα ζώνη θεσμικής αδράνειας;
Ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς σημειώνει στην αίτησή του ότι έχει επανειλημμένως ζητήσει από την κυβέρνηση να διερευνήσει την παγίδευσή του χωρίς να υπάρξει μέχρι σήμερα καμία ανταπόκριση. Η επισήμανση αυτή έχει το δικό της πολιτικό βάρος.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τον Αντώνη Σαμαρά. Αφορά την αντοχή των θεσμών. Αφορά την ικανότητα της Δημοκρατίας να προστατεύει τον εαυτό της.
Και αν μια Δημοκρατία δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις για την παρακολούθηση ενός πρώην πρωθυπουργού της, τότε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος παρακολουθούσε ποιον.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος φυλάει τη Δημοκρατία.
(Ο Ζαχαρίας Κεσσές είναι δικηγόρος)




























