Το κόστος από την πιθανή εφαρμογή των μέτρων του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), στη σημερινή τους μορφή, ενδέχεται να αγγίξει τα 300 δισ. δολάρια για την περίοδο 2027-2035, προειδοποίησε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, μιλώντας στη Ναυτιλιακή Λέσχη Πειραιά.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική πλοιοκτησία επέδειξε υψηλό αίσθημα ευθύνης, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα την ασφάλεια των ναυτικών και των πλοίων.
Ο κ. Κικίλιας, μεταξύ των άλλων υπογράμμισε ότι, ενώ «το υπουργείο Ναυτιλίας θεωρείται από τα τελευταία υπουργεία της κυβέρνησης», εντούτοις, είπε ότι «οι αριθμοί και τα επιτεύγματα της ελληνικής ναυτιλίας αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο, δεδομένου ότι ο ναυτιλιακός κλάδος αξίζει πλήρη αναγνώριση, καθώς η ισχύς του ελληνόκτητου στόλου προσφέρει στη χώρα μας ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις, αναβαθμίζοντας τον παγκόσμιο ρόλο της Ελλάδας».
Αναφερόμενος στα «Ποσειδώνια», ο υπουργός τόνισε ότι έχει αποδειχθεί η διαχρονική αξία της διεθνούς αυτής έκθεσης, όπου υπογράφονται συμφωνίες με ναυπηγεία και ξένους κατασκευαστικούς και εφοδιαστικούς οίκους, αλλά το κυριότερο συγκεντρώνονται οι κορυφαίοι του ναυτιλιακού κλάδου, από όλο τον κόσμο.
Τον Υπουργό προλόγισε, ο πρόεδρος της Λέσχης, Πάρις Ξανάλατος, ο οποίος επίσης αναφέρθηκε στις μεγάλες προκλήσεις του κλάδου, από τις γεωπολιτικές κρίσεις μέχρι το δυσβάσταχτο κόστος της αποανθρακοποίησης.
Ακολούθησε συζήτηση, όπου οι εφοπλιστές Νίκος Τσάκος και ο Θανάσης Μαρτίνος έθεσαν στον υπουργό το καίριο ερώτημα τι θα κάνει η Πολιτεία για την ενίσχυση της ελληνικής σημαίας και του εθνικού νηολογίου.
Ο υπουργός απάντησε ότι γίνεται προσπάθεια ψηφιοποίησης του εθνικού Νηολογίου και απλοποίησης της νομοθεσίας και ελπίζει ότι θα ολοκληρωθεί μέχρι την προκήρυξη των εθνικών εκλογών την άνοιξη 2027, που είναι προϋπόθεση για την προσέλκυση πλοίων στην ελληνική σημαία.































