Από την διάθεση του 21% των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της Ν.Δ. εξαρτάται η εκλογική τύχη του κυβερνώντος κόμματος που βρίσκεται στο 23,3% (Alco). Για το αν θα μπορέσει, δηλαδή, να αγγίξει στην πρώτη κάλπη το πολυπόθητο 30%.
Με την αναγκαία παραδοχή ότι θα πείσει και το 21% των συγκεκριμένων αναποφάσιστων ψηφοφόρων να την ξαναψηφίσει. Αυτή είναι η πραγματική εκλογική προοπτική της Ν.Δ. με βάση την δημοσκόπηση της Alco που παρουσίασε ο Alpha και η οποία κρύβει... μυστικά και ντοκουμέντα. Τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη κάλπη.
Ο δύσκολος στόχος του 30%
Το συγκεκριμένο ποσοστό του 21% βγαίνει από την ανάλυση του προφίλ των αναποφάσιστων, που προέρχονται από τη Ν.Δ σε συνδυασμό με την συσπείρωση της η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο 57%. Για να αγγίξει η Ν.Δ. το 28% χρειάζεται να ανεβάσει την συσπείρωση της στο 70% και για να αγγίξει το 30% στην κάλπη πρέπει να φθάσει σε ποσοστά συσπείρωσης άνω του 75%.
Με δεδομένο ότι το 43% των ψηφοφόρων της (σχεδόν οι μισοί) δηλώνουν δυσαρεστημένοι και το 22% από αυτούς δηλώνει ότι έχει, ήδη, αποφασίσει να ψηφίσει άλλο κόμμα (από Βελόπουλο μέχρι Λατινοπούλου) απομένει ένα ποσοστό 21% , δηλαδή δύο στους δέκα ψηφοφόρους της που θα κρίνουν και το μέλλον της.
Ένα κόμμα Σαμαρά ρίχνει τη Ν.Δ κάτω από το 28%
Με τον απρόσμενο παράγοντα Σαμαρά να δίνει το καταλυτικό χτύπημα στην κυβέρνηση, αν κάνει κόμμα. Διότι αν ο Μεσσήνιος πρώην πρωθυπουργός καταφέρει να προσελκύσει τους μισούς από τους παραπάνω δυσαρεστημένους κεντροδεξιούς τότε αυτομάτως το ποσοστό της Ν.Δ. στην πρώτη κάλπη θα πέσει στο 27,6%. Κάτω και από το ποσοστό που έλαβε στις ευρωεκλογές του 2024. Με την προοπτική στις β΄ κάλπες να φθάσει στην καλύτερη περίπτωση το 32-33%.
Το σχέδιο για λεηλασία άλλων κομμάτων
Και τον πήχη της αυτοδυναμίας υπό τις παρούσες δημοσκοπικές συνθήκες να αγγίζει το 37,5-38%. Δεδομένου ότι σε μία πιθανή 9κομματική βουλή – όπως φαίνεται από την δημοσκόπηση της Alco- το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός δεν μπορεί να ξεπερνάει τις έξι μονάδες.
Υπό αυτές τις συνθήκες η μόνη στρατηγική που μένει στον Κ. Μητσοτάκη να σχηματίσει κυβέρνηση με τον ίδιο πρωθυπουργό είναι η λεηλασία του τρίτου ή και κάποιου ακόμη κόμματος όπως έχει γράψει το Dnews καιρό τώρα. Αν υποθέσουμε ότι αυτό θα βγαίνει αριθμητικά και θα είναι εφικτό στην πράξη.
Η σεζόν κλείνει με δημοσκοπικές απώλειες για τη Ν.Δ.
Με τους πολιτικούς αναλυτές να επισημαίνουν έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα που θα βαρύνει στην απόφαση του Κ. Μητσοτάκη στην απόφαση του για το αν θα προκηρύξει εκλογές τον Σεπτέμβριο ή την Άνοιξη του ΄27. Το γεγονός ότι η Ν.Δ κλείνει την πολιτική σεζόν του 2026 με ποσοστό 23,3%. Τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό της Ν.Δ. τον περασμένο Ιούνιο ήταν 25%. Μετράει, δηλαδή, περίπου δύο μονάδες απώλειες και χωρίς να προσμετράται η πιθανή ζημιά από την ίδρυση νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.
Το δίλημμα του Κ. Μητσοτάκη για τον χρόνο των εκλογών
...Και τις στατιστικές πιθανότητες να λένε πως μία κυβέρνηση που έκλεισε αισίως επτά χρόνια διακυβέρνησης κινδυνεύει να συνεχίζει να εισπράττει δυσαρέσκεια και κόπωση παρά να αυξάνει τα ποσοστά της στον δρόμο προς τις εκλογές. Παρά το πλούσιο καλάθι της ΔΕΘ. Αυτός είναι και ο λόγος που το σενάριο των πρόωρων τον Σεπτέμβριο παραμένει στο τραπέζι. Με αρκετούς κυβερνητικούς παράγοντες να το εισηγούνται μετ΄ επιτάσεως στον πρωθυπουργό. Με κύριο επιχείρημα ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα είναι ισχυρότερες και ίσως μη αντιμετωπίσιμες για την κυβέρνηση.
Ο κίνδυνος των πληθωριστικών πιέσεων
Διότι ακόμη και αν λήξει ο πόλεμος η ακρίβεια θα εξακολουθεί να βαρύνει τα νοικοκυριά αλλά και να υπενθυμίζει ότι στα επτά χρόνια διακυβέρνησης η κοινή γνώμη δεν έχει πειστεί ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να την τιθασεύσει. Ούτε καν επικοινωνιακά αφού επέμεινε στην συνταγή των υπερπλεονασμάτων και των επιδομάτων αντί να πειραματιστεί όπως άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την άμεση μείωση του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα.




























