Το νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, που ήδη κατατέθηκε στη Βουλή στις 23 Ιανουαρίου, περιλαμβάνει σειρά διατάξεων που παρεμποδίζουν τη λειτουργία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και ανοίγουν το δρόμο για την ποινικοποίηση της ανθρωπιστικής δράσης.
Αυτο καταγγέλλει η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που έχει ήδη καταθέσει αναλυτικές παρατηρήσεις στο υπουργείο σχετικά με τις υπό ψήφιση διατάξεις.
Η ΕΕΔΑ υπογραμμίζει πως οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16 προβλέπουν κακουργηματικού χαρακτήρα ποινές αποκλειστικά και μόνο επί τη βάσει της ιδιότητας του μέλους ΜΚΟ εγγεγραμμένης στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, χωρίς να παρέχεται καμία απολύτως αιτιολογία σχετικά με την υπέρμετρη και δυσανάλογη ποινική αντιμετώπιση των μελών των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα προβλέπουν τη δυνατότητα διαγραφής από το Μητρώο ΜΚΟ του υπουργείου νομικού προσώπου με μόνη την άσκηση της ποινικής δίωξης εις βάρος μέλους του, δηλαδή ενόσω όχι μόνον δεν υπάρχει σχετική καταδικαστική απόφαση (ούτε καν σε πρώτο βαθμό, πόσο μάλλον αμετάκλητη) της ελληνικής δικαιοσύνης αλλά χωρίς να έχει καν παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.
Οι ρυθμίζεις αυτές εισάγουν υπέρμετρες κυρώσεις εις βάρος μελών της κοινωνίων των πολιτών κατά κατάφωρη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και μιας σειράς δικαιωμάτων και ελευθεριών κατοχυρωμένων στο ελληνικό Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες που βρίσκονται στον πυρήνα των αρχών του Κράτους Δικαίου (ισότητα ενώπιον του νόμου, προστασία της ζωής, τιμής και ελευθερίας κάθε ανθρώπου ευρισκόμενου στην ελληνική επικράτεια, δικαίωμα καθενός να συμμετέχει στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Χώρας δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τεκμηρίου της αθωότητας κ.ά.)
Οι διατάξεις αυτές εμπεριέχουν διάκριση, προωθούν μεροληπτικές αντιλήψεις και ενέχουν πραγματικό κίνδυνο ποινικοποίησης της νόμιμης ανθρωπιστικής δράσης.
Υπενθυμίζεται πως μόλις τον Αύγουστο του 2025, η Εθνική Επιτροπή από κοινού με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, υπογράμμισαν «την έντονη ανησυχία τους για την κλιμάκωση της αρνητικής ρητορικής και του δυσμενούς κλίματος που διαμορφώνεται σε βάρος των προσφύγων, των μεταναστών και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που τους υποστηρίζουν», σημειώνοντας ιδίως την ιδιαίτερη ανησυχία που «προκαλούν δημόσιες δηλώσεις, πρωτοβουλίες ή άτυπες διαρροές που στιγματίζουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών ή προτείνουν την επιβολή τιμωρητικών μέτρων σε οργανώσεις που ενδέχεται να εκφράσουν διαφορετικές απόψεις ή προσφεύγουν στη δικαιοσύνη εκπροσωπώντας τους ανθρώπους που έχουν ζητήσει τη στήριξή τους».
Το 2024 και έχοντας διαπιστώσει την επιδείνωση της κατάστασης των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας, ιδίως αυτών που δραστηριοποιούνται στο χώρο του προσφυγικού και μεταναστευτικού, με Δήλωση της καλούσε τις αρμόδιες αρχές:
- να διασφαλίσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον λειτουργίας για τις οργανώσεις τις κοινωνίας των πολιτών αίροντας τα δυσανάλογα εμπόδια που θέτει η νομοθεσία σχετικά με το Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και
- να απέχουν από τη στοχοποίηση υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και από το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων κατά οργανώσεων ή άλλων κατηγοριών υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε πολίτες τρίτων χωρών ή για την άσκηση του λειτουργήματός τους (π.χ. δικηγόροι, δημοσιογράφοι).
Εδώ και χρόνια η ΕΕΔΑ υπογραμμίζει ότι η κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας συνιστά ανεπίτρεπτο μέτρο για τον «περιορισμό» της δράσης οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Κρατικές κυρώσεις ποινικής ή αστικής φύσης, οι οποίες έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα και στόχο να αποθαρρύνουν τα πρόσωπα από τη συμμετοχή τους σε ενώσεις (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι) συνιστούν αντίποινα και απαγορεύονται.





























